Επιλεγοντας πλευρες (αναδημοσιευση του «τηλεφωνηματος»)

Posted in Uncategorized on Δεκεμβρίου 9, 2012 by L' Assiette Au Beurre
Το λάθος τηλεφώνημα ενός φονιά
 
Κ. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ

Ακου με προσεχτικά φίλε, χωρίς να με διακόψεις.Ξέρω πως έχεις βοηθήσει πολλούς ανώνυμους ν’ ακουστεί η φωνή τους, γι’ αυτό σε παίρνω κι εγώ.

Ελπίζω να φερθείς και σε μένα όπως στους άλλους.

Λοιπόν, ναι του την άναψα!

Και δεν το μετανιώνω, να το ξέρεις, μόνο που άλλον νόμιζα ότι βαρούσα, αν και καλά να πάθει το κωλόπαιδο, το πλουσιόπαιδο που γύρευε να κάνει πλάκα σε μας, που μας έβριζε κωλόμπατσους και τα τέτοια…

Κι όλοι εσείς που ουρλιάζετε τώρα στα κανάλια και μυξοκλαίτε, δεν ξέρετε τίποτα ή ξέρετε και κάνετε τον παλαβό. Λένε λοιπόν κάποιοι από σας πως έπρεπε να πάω σε ψυχίατρο αφού ήμουνα λέει με σπασμένα νεύρα, ή να φύγω από την Αστυνομία και να μην κρατάω όπλο και άλλα τέτοια… Τόσα ξέρουν οι κοπρίτες, οι καναλάκηδες και όλοι οι βολεμένοι. Μόνο εκείνη η καριόλα η Λιάνα σα να μου φάνηκε πως το πλησίασε το θέμα, λέγοντας πως μ’ έχουνε καρφωμένο δέκα χρόνια στα Εξάρχεια! Εχει τις πληροφορίες της αυτή, όπως όλοι στο σινάφι σας, μόνο που τις χρησιμοποιείτε όπως και όταν σας βολεύει…

Νομίζω λοιπόν πως ακούω τους αραχτούς όλους στους καναπέδες να λένε, «δηλαδή δεν πρέπει όλοι να περνούν από ψυχίατρο;» και άλλες τέτοιες μαλακίες. Οπως ας πούμε, περνάνε από ψυχίατρο οι γιατροί, οι δικαστές και τόσοι άλλοι που σε σφάζουν ή σε ξεφτιλίζουν όταν σε πετυχαίνουν στο «γήπεδό» τους, τα νοσοκομεία και τα δικαστήρια δηλαδή. Δηλαδή, πόσοι σε υπεύθυνες θέσεις περνάνε από ψυχίατρο κανονικά και μετά από κάποια διαστήματα στην υπηρεσία; Δεν μπορεί να είσαι ή να φαίνεσαι καλά και ξαφνικά κάτι να στη βαρέσει; Να σε κερατώνει η γυναίκα σου ας πούμε ή κάτι άλλο σοβαρότερο ή να σε κάψει η καθημερινή υπηρεσία, ειδικά αν δε σου δίνουν άδεια, δεν πας διακοπές γιατί πότε το ένα πότε το άλλο, η υπηρεσία θεωρεί πως πρέπει να ανακαλέσει τις άδειες και όλα τα σχετικά; Για να μη σου θυμίσω πως οι τελευταίοι που μπορούν να εξετάσουν και να κρίνουν αν είσαι ψυχικά εντάξει είναι οι ψυχίατροι, έτσι δε λένε; Και να μη σου θυμίσω πόσοι πολιτικοί αποδείχτηκε πως ήταν βαρεμένοι και σε άλλη περίπτωση θα τους είχανε δεμένους, όχι αμολητούς να κυβερνάνε τον κοσμάκη, ούτε να σου θυμίσω πόσοι στρατιωτικοί που δίνουν διαταγές στα παιδάκια είναι για τα σίδερα, άσε που… αλλά τι να πρωτοπείς…

Λοιπόν, εγώ, είν’ αλήθεια πως υπηρετώ κοντά δέκα χρόνια εκεί, που λέει η έτσι. Το προσπάθησα τρεις φορές μετά τα τρία πρώτα χρόνια να την κάνω με μετάθεση, έπιασα διάφορους, παρακάλεσα αλλά τίποτα! Δεν είχα βλέπεις βύσμα, άσε που είχα και τη φωλιά μου λερωμένη από την αρχή. Υστερα τα παράτησα και κάπου μάλλον βολεύτηκα, έμαθα τη «δουλειά», έμαθα να λουφάρω και κοίταξα να στήσω κι εγώ μια οικογένεια που μέχρι τότε είχα στερηθεί. Αλλά ησυχία δεν είχαμε ποτέ. Πότε ο ένας πότε ο άλλος είμαστε οι μόνιμοι στόχοι. Οι πολιτικοί και οι διάφοροι κομπιναδόροι κάνουν τις αρπαχτές τους κι εμείς γινόμαστε σάκοι του μποξ – «γι’ αυτό πληρώνεστε ρεμάλια!» φωνάζει συχνά ο διοικητής, ενώ οι υψηλά ιστάμενοι είναι πιο ευγενείς αλλά και πιο σκληροί. «Κυρίους» μας προσφωνούν αλλά στάζουνε φαρμάκι και μας στέλνουν στο στόμα του λύκου.

Ξέρεις πόσες φορές πήγαν να με κάψουν σαν λαμπάδα αυτά τα κωλόπαιδα, οι φονιάδες οι κουκούλες; Ξέρεις με τι τέχνη φτιάχνουν και πετάνε τις μολότοφ; Πάνω στη μαρκίζα τις αμολάνε κάτω από κει που καθόμαστε να προστατευτούμε, κι έρχεται η φωτιά και σε λούζει… τρεις φορές με έχουνε κάψει και τη γλίτωσα με μέτρια εγκαύματα σε όλο το σώμα. Ξέρεις εσύ που με δείχνεις με το δάχτυλο, ξέρεις πόσες φορές γύρισα στο σπίτι με τα αίματα και το δέρμα μου καμένο και με ρωτούσαν τα παιδιά μου τι έπαθα και κρυβόμουνα για να μη με δουν καμένο και κλαίγανε;

Ενα κομμάτι ψωμί έβγαζα κι εγώ, το παιδί της παραδουλεύτρας από το χωριό, με τον πατέρα χαμένο στο πιοτό, να γυρίζει στο σπίτι και να τσακίζει στα χαστούκια κι εμένα και τη μάνα μου γιατί δεν του άρεσε πότε το ένα πότε το άλλο…

Και πώς βρέθηκα στο Σώμα δε θα το αναλύσω, αν και ξέρω πως όλοι ξέρετε πάνω – κάτω με ποιο τρόπο μας χώνουν στο τσουβάλι, όπως τα φίδια που τα αμολάνε μετά – μας αμολάνε δηλαδή, γιατί να μην το ομολογήσω; – μας στέλνουνε καταπάνω στον κοσμάκη. Λεπτομέρειες δεν τολμάω να σου πως, πάντως εκείνο το βράδυ αφού με σύρανε με κλοτσιές και μπουνιές στην Ασφάλεια, με μούρη πρησμένη και αίματα να τρέχουν από τα χείλια και τη σπασμένη μύτη – όλα για μια μηχανή που είχα κλέψει από το πάρκινγκ, κάναμε απίθανες κόντρες τότε, τι άλλο να κάναμε, πεταμένοι απ’ όλους, μάνα, πατέρα, χωρίς φράγκο στην τσέπη, από το σχολείο τρεις αποβολές και στο τέλος έπρεπε ν’ αλλάξω σχολείο, και τι να το κάνω το σχολείο; – αφού λοιπόν με αφήσανε χωρίς φαΐ και νερό τρεις μέρες, μου είπαν: «ή δέκα χρόνια μέσα ή στην Αστυνομία και θα κάνεις ό,τι σου λέμε, γκέγκε μάγκα;». Διάλεξα τα σίγουρο ψωμί και να μας, δέκα χρόνια στη σφηκοφωλιά, στα Εξάρχεια με όλο εκείνο το αληταριό, που τους ήξερα και από τη μια και από την άλλη – και ανάμεσά τους κάμποσους παραστρατημένους. Μήπως ξέρεις φίλε τι ρόλο παίζουν πολλοί από αυτούς; Δικοί μας είναι, τι δικοί μας δηλαδή, της Ασφάλειας είναι και από κει παίρνουν οδηγίες, πότε θα την ανάψουν τη μια ή την άλλη φωτιά εδώ κι εκεί! Για πες μου εσύ που είσαι έξυπνος και σπουδαγμένος, γιατί δε χτυπάνε κανένα στόχο πλουτοκρατίας, κανέναν με γιοτ, με αυτοκίνητα ακριβά και τεράστιες περιουσίες; Γιατί χτυπάνε τον μεροκαματιάρη με το μαγαζάκι, τον περιπτερά και άλλους ανυπεράσπιστους; Δειλά πραχτοράκια της μαύρης συμφοράς είναι, πεμπτοφαλαγγίτες τους έλεγε ο μόνος σοβαρός και τίμιος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου, ένας δικηγόρος που έλεγε πως είναι με το ΚΚΕ, αλλά είναι έξω και απ’ αυτό γιατί θέλει λέει να είναι ανεξάρτητος.

Λοιπόν, τον φουκαρά το μικρό τον έφαγα.

Είχα φτάσει στο αμήν, και πώς φτάνει κανείς στο αμήν δε θα στο αναλύσω, πάντως είχα μπουχτίσει. Με βρίζανε τα κωλόπαιδα, με είχαν βρίσει τουλάχιστον άλλες πενήντα φορές την ίδια μέρα, βρίζανε τη μάνα μου – «γαμώ το μ… που σε πέταγε» μου είχε φωνάξει ένα καθίκι το ίδιο απόγευμα – και είχα φτάσει ως το λαιμό – σου είπα ότι η μάνα μου ήταν παραδουλεύτρα, τίποτε άλλο δε σου λέω. Κάτι αυτές οι βρισιές, κάτι οι σπόντες του αστυνόμου την προηγουμένη «δεν κάνετε για τη δουλειά για την οποία προσληφθήκατε, και πλησιάζει η λήξη ή ανανέωση της σύμβασής σας και πρέπει να αποδείξετε πως αξίζετε το ψωμί που τρώτε…» και άλλα τέτοια.

Ξέρεις πώς είναι να έχεις το σιδερικό στη θήκη και να σε βλαστημάνε και να σου πετάνε μπουκάλια που μπορεί να είναι και μολότοφ; Οχι φίλε, δεν ξέρεις, και να μην αξιωθείς να μάθεις, στο λέω εγώ, ο γιος της πλύστρας που θέλησα να ζήσω έξω στην κοινωνία και με στολή εξουσίας και όχι στη φυλακή.

Τον σημάδεψα και πρώτη φορά το χέρι μου δεν έτρεμε. Γιατί πρώτη φορά δεν είχα πιει πριν βγω περιπολία – στο λέω κι αυτό και να μείνει μεταξύ μας: αν κρατήθηκα τόσα χρόνια και δε σκότωσα, είναι που έπινα μισό μπουκάλι ουίσκι πριν βγούμε περίπολο και έτσι ό,τι κι αν άκουγα για τη μάνα μου και το αντριλίκι μου το πέρναγα ντούκου – έχω ακούσει πως άμα μεθύσεις βγαίνει ο πραγματικός εαυτός σου κι εγώ είμαι καλό παιδί στο βάθος και όλοι στην υπηρεσία το ξέρουν και μ’ αγαπάνε, αλλά και με εκμεταλλεύονται. Και δε θα σου πω τι καλοσύνες έχω κάνει εγώ στη ζωή μου, γιατί θα με περάσεις ή για παινεψιάρη ή για μαλάκα. Μέσα στο πιοτό κατάλαβα σιγά σιγά και τον πατέρα μου, που δεν ήταν κακός άνθρωπος έστω κι αν μεθώντας έβγαινε η κακή του πλευρά. Να σου πω κάτι; Αποτυχημένος σε όλα ήτανε, γι’ αυτό έπινε. Οπως κι εγώ δηλαδή: Τι πέτυχα στη ζωή μου; Τίποτα! Ενας μπάτσος έγινα κι αυτό από σπόντα, όπως σου είπα, και μάλιστα χωρίς καν μόνιμη σύμβαση. Και να ‘ρχονται αυτά τα κωλόπαιδα, που δεν έχουν δουλέψει στη ζωή τους, που δεν ξέρουν τι θα πει βάρδια και ξενύχτι, τι πάει να πει μεροκάματο και τι σφαλιάρα κάθε είδους από το αφεντικό και να σου ρίχνονται μετά από δώδεκα ώρες ορθοστασία στις γωνίες ή στις εισόδους τραπεζών, να ‘ρχονται και να σε βρίζουν και να σου πετάνε ό,τι βρουν στο δρόμο. Και να σου πω κάτι άλλο; Πόσοι από αυτά τα κωλόπαιδα είναι εργαζόμενοι των 700 ευρώ που λένε και ξαναλένε; Να σου πω εγώ; Κανένας! ‘Η κάτι πρεζόνια είναι ή κάτι τύποι από τα βόρια προάστια που βαριούνται στη σιγουριά του σπιτιού ή τα πραχτοράκια, οι πεμπτοφαλαγγίτες που λέγαμε πριν. Ποιος μεροκαματιάρης προλαβαίνει να βγει στους δρόμους, πόσοι από τους αναγκεμένους έχουν τέτοιες πολυτέλειες; Εντάξει, είμαι απόλυτος θα μου πεις, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία αυτού που λέω.

Λοιπόν, για να τελειώνω γιατί σε ζάλισα: το έκανα!

Πριν, σου έλεγα πως τον σημάδεψα και έτσι έγινε, όπως ήμουνα με το αίμα στο κεφάλι. Ομως, φίλε, πρέπει να σου πω πως δε θυμάμαι αν εκείνη τη στιγμή που πάτησα τη σκανδάλη, σημάδευα ακόμη τον πιτσιρικά ή το χέρι μου είχε κατέβει. Και μη νομίσεις πως πάω να πω ότι δεν το ‘κανα, αφού ξέρω ότι εσύ δε θα με δώσεις. Απλά, δε θυμάμαι γιατί το μυαλό μου έχει σκεπαστεί από μια θολούρα και έχω χάσει εκείνες τις στιγμές τελείως. Για να μη λέω πολλά: δεν ξέρω ποια δύναμη ή ποια κούραση μου κατέβασε το χέρι – αν το κατέβασε – πάντως ό,τι έγινε, έγινε χωρίς τη θέλησή μου.

Και να στο πω; Ενα βουνό έχει πέσει πάνω μου από την επόμενη στιγμή που έφυγε η σφαίρα και είδα το κορμάκι του πιτσιρικά να διπλώνεται στις πλάκες. Οταν σκέφτομαι πως θέρισα μια ψυχούλα που δεν είχε κάνει ούτε ένα βήμα ακόμα στη ζωή, άνετο ή ζόρικο βήμα – τι σημασία έχει;

Αλλά φίλε, είχε φτάσει ένας κόμπος και μ’ είχε πνίξει, αν δεν τράβαγα το πιστόλι εκείνη τη στιγμή θα είχα πεθάνει από ασφυξία. Ολο τον τελευταίο καιρό με είχε μαγκώσει ένα μούδιασμα – ξέρεις τι σημαίνει μούδιασμα; – ένα μούδιασμα που ξεκίνησε από τα πόδια και σκαρφάλωνε σιγά σιγά στο λαιμό. Δε θα το πιστέψεις φίλε, όμως με το που έφυγε η σφαίρα, μου φάνηκε πως πήρε μαζί της κι αυτόν τον βραχνά, έστω κι αν αυτό κράτησε όσο και η διαδρομή του βλήματος που άφησα να φύγει μέσα στο πάθιασμά μου. Ξέρω καλά πως θα με κυνηγάει πάντα αυτή η στιγμή αλλά πίσω δεν μπορώ να τη φέρω ούτε τη σφαίρα ούτε τη ζωούλα του πιτσιρικά. Ολοι εσείς που σήμερα φωνάζετε και χτυπιέστε τάχα, θα το προσπεράσετε γρήγορα, θα το ξεχάσετε μέχρι τις επόμενες δυο – τρεις μέρες, όπως ξεχάστηκαν τόσα και τόσα φριχτά εγκλήματα, δικά μας ή των άλλων, των επωνύμων που δεν τους αγγίζει ούτε νόμος ούτε συνείδηση. Ετσι κυλάει η ζωή, με όλες τις καθημερινές σκοτούρες, γιατί έτσι πρέπει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι νεκροί με τους νεκρούς. Εγώ βέβαια εδώ σημαδεύτηκα και εδώ θα καρφωθώ, αλλά δε θ’ αφήσω να το καταλάβει κανείς και πιστεύω πως εσύ θα κρατήσεις το μυστικό που σου εμπιστεύτηκα.

Να το ξέρεις: ό,τι και να δείξει η βαλλιστική που θα γίνει, όπως πάντα, εγώ δε θα το παραδεχτώ δημόσια πως του την άναψα και μάλιστα εν βρασμώ, που λένε, ούτε πως τον σημάδεψα κατάστηθα. Εχω τρία παιδιά να μεγαλώσω κι εγώ. Ναι, σαν εκείνο που σκότωσα, θα μου πεις, το ξέρω και τα δικά μου έχουν μόνο εμένα και τη μάνα τους, δεν έχουν σπίτι ιδιόκτητο, δεν έχουν τρία αυτοκίνητα, δεν έχουνε νταντάδες και καθηγητές στο σπίτι. Δε θα έχουν καλά καλά να φάνε άμα εγώ μπω φυλακή.

Ούτε συγγνώμη με παίρνει να ζητήσω, γιατί θα είναι σα να ομολογώ. Αλλωστε, πόσοι απ’ όλους αυτούς που κακοποιούν κάθε μέρα τους ανθρώπους – και δεν είναι και λίγοι, κοίταξε στα ρετιρέ της παλιοκοινωνίας μας και θα καταλάβεις τι εννοώ – πόσοι απ’ αυτούς ζήτησαν συγνώμη; Οχι, δεν οφείλω κανένα συγγνώμη σε κανέναν, κανέναν από τούτη τη βρωμοκοινωνία που ζούμε, εκτός ναι, εκτός από κείνο το παιδάκι που έστειλα στον άλλο κόσμο, αλλά όπως σου είπα, θα είναι η καταδίκη μου, άλλωστε τι θα άλλαζε αν ζητούσα συγγνώμη; Θα έφερνα πίσω τον πιτσιρικά ή θα μου το αναγνώριζαν σαν ελαφρυντικό;

Εμένα η μόνη μου ελπίδα τώρα είναι οι εγγυήσεις που μας έχουν δώσει από τότε που μπήκαμε στο Σώμα, πως ό,τι κι αν κάνουμε θα το κουκουλώσουν, αρκεί να πειθαρχούμε στις διαταγές των ανωτέρων.

Και μου το ‘χουν υποσχεθεί πως κι εγώ θα πέσω στα μαλακά.

Τόσα χρόνια κάνω τον μαλάκα, μου το χρωστάνε.

Κυρίως φοβούνται, μην ανοίξω εγώ και άλλοι πολλοί το στόμα μας.

Γι’ αυτό θα μου το κλείσουν απαλά και κομψά. Κρατώντας, μέχρι να περάσει η μπόρα μου, το στόμα των παιδιών μου γεμάτο. Που με τη σειρά τους, μεγαλώνοντας, θα βαδίσουν στα χνάρια μου, τη λαμπρή «σταδιοδρομία» μου.

Γιατί άλλη επιλογή δεν έχουν.

Οπως κι εσύ και τόσοι άλλοι που νομίζουν πως ποτέ δε θα τους αγγίξει η κακιά η ώρα.

Ολοι στο ίδιο καζάνι κλωθογυρνάμε βλαστημώντας την τύχη μας που δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε.

Για την αντιγραφή,

Α. Σ. Α.

http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=4880001&textCriteriaClause=%2B%CE%9B%CE%91%CE%98%CE%9F%CE%A3+%2B%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A6%CE%A9%CE%9D%CE%97%CE%9C%CE%91

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΧΥΔΑΙΑΣ ΡΗΤΟΡΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΜΕ (αναδημοσιευση)

Posted in Politics on Οκτωβρίου 15, 2012 by L' Assiette Au Beurre

«Καλούμε όλους τους οικοδόμους να απομονώσουν τέτοιες φασιστικές οργανώσεις που με αντικομμουνιστική υστερία, τρομοκρατικές επιθέσεις επιχειρούν να γονατίσουν συνολικά την εργατική τάξη. Που μισούν θανάσιμα τον ταξικά προσανατολισμένο αγώνα. Μην ξεχνάμε ότι τέτοιου είδους φασιστικές δυνάμεις έδρασαν από κοινού με παρακρατικούς, κουκουλοφόρους, αναρχοαυτόνομους στην επίθεση που δέχτηκε η απεργιακή συγκέντρωση του ΠΑΜΕ στις 20 Οκτώβρη του 2011.»

απόσπασμα από ψήφισμα για το ρόλο της Χρυσής Αυγής
από το συνδικάτο οικοδόμων που πρόσκειται στο ΠΑ.Μ.Ε.

Για άλλη μια φορά, το ΠΑ.Μ.Ε. κάνει ασκήσεις αισχρής ρητορικής. Δεν θα σταθούμε -για άλλη μια φορά- στον εμμονικό μικροαστισμό του Κ.Κ.Ε. που απαντάει στα χαστούκια φασιστών εναντίον κομμουνιστών με καταδικαστικά ψηφίσματα και ψηφοθηρικά κελεύσματα. Δεν περιμέναμε τίποτε περισσότερο, άλλωστε, από αυτούς που εξαντλούν την επιθετικότητά τους απέναντι σε αγωνιστές που δεν μπαίνουν κάτω από τα κομματικά πανώ του Κ.Κ.Ε., την ίδια στιγμή που δεν έχουν πειράξει ούτε μια τρίχα από τις φασιστικές συμμορίες που αλωνίζουν στις πόλεις χτυπώντας μετανάστες. Είναι πράγματι αξιομνημόνευτο το γεγονός ότι τα παλούκια των περιφρουρήσεων του ΠΑ.Μ.Ε. έχουν ματώσει δεκάδες κεφάλια διαδηλωτών (βλ. περιφρούρηση βουλής στην απεργία της 20/10/2011) και έχουν δώσει εκατοντάδες αγωνιστές στους μπάτσους (βλ. πορεία Πολυτεχνείου ’98) αλλά ουδέποτε επιχείρησαν να απειλήσουν καν τους «απόγονους» των ναζί, των δοσίλογων και των Χιτών.

Αντίθετα, όλοι αυτοί που κάθονται στα ίδια έδρανα με τους υπάνθρωπους της Χρυσής Αυγής, αυτοί που υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες τους φασίστες στην Χαλυβουργία, αυτοί που προσκυνάνε τον μικροαστικό πατριωτισμό κάνοντας πλάτες, από το δικό τους μετερίζι, στα συστημικά πογκρόμ εναντίον εξαθλιωμένων μεταναστών, αυτοί οι αναίσχυντοι δεν διστάζουν να φτάσουν στο έσχατο σημείο χυδαιολογίας: να μιλήσουν για «από κοινού δράση φασιστών και αναρχοαυτόνομων».

Είναι αναμενόμενο για ένα «κομμουνιστικό» κόμμα, που έχει χάσει κάτι παραπάνω από όλη την εκλογική του πελατεία, να καταφεύγει στην θλιβερή προβοκατορολογία και να παρουσιάζει εαυτόν ως θύμα συντονισμένων επιθέσεων από όλες τις μεριές προκειμένου να συσπειρώσει τα «πρόβατα» που βγήκαν από το μαντρί του.

Η Ιστορία όμως γράφεται από αυτούς που αποφασίζουν να αγωνιστούν για να ζήσουν ελεύθεροι στο σήμερα, δίχως καμιά ιδιοτέλεια, δίχως το μυαλό στα ψηφαλάκια, δίχως υποκλίσεις, δίχως Βάρκιζες… Και η αλήθεια είναι ότι τη στιγμή που οι υποτελείς του αίσχους συντάσσανε αυτό το ψήφισμα, 15 σύντροφοί μας βασανίζονταν στα κελιά της Γ.Α.Δ.Α. (ξυλοδαρμοί, εξευτελιστικές μέθοδοι, ψυχολογική βία) επειδή αποφάσισαν να μην αφήσουν τους δρόμους ελεύθερους στα φασιστικά αποβράσματα. Αλλά για αυτά ούτε λέξη, από το Κόμμα των βασανισμένων κομμουνιστοσυμμοριτών του εμφυλίου… Άξιες οι θέσεις και τα έδρανά τους!
original post: http://sinialo.espiv.net/?p=8774

Απο μια βολτα απο ιστολογια που προσκεινται στο ΚΚΕ και παρακολουθωντας τον σχολιασμο, μετα απο ολα οσα μεσολαβησαν απο την 20 Οκτωβρη του 2011 μεχρι σημερα αντιλαμβανομαι οτι οχι μονο δεν εχουν καταλαβει τα λαθη της ηγεσιας του κομματος τους και της αναλυσης του γενικα για τον τελευταιο χρονο, αλλα υπερθεματιζουν και στις γελοιες θεσεις τους για την 20/10, πραγμα που ειρωνικα αλλα αναμενομενα πια τις εξισωνει με την αστικη προπαγανδα περι των «2 ακρων». Αυτο ειναι το ξεφτιλικι των «ταξικων δυναμεων» του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ κατ’ επεκταση. Δεν πειραζει, ο ρολος τους ειναι γνωστος και προφανως γινεται ολο και πιο φανερος στους εργαζομενους που βλεπουν να συνεχιζεται μια διαρκης γραμμη ηττας και σε συνδικαλιστικο και σε κεντρικο πολιτικο επιπεδο, γι αυτο και το εγκαταλειπουν μαζικα και στην πρωτη και στην δευτερη περιπτωση. Οταν θα μεινουν κι αυτοι μια χουφτα γραφειοκρατες και επαγγελματικα στελεχη σαν τους ετερους παραγοντισκους των Α’βαθμιων σωματειων (ΝΑΡ/ΣΥΡΙΖΑ) μπορει και να καταλαβουν.

ΠΡΟΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ (ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ)

Posted in Politics on Οκτωβρίου 4, 2012 by L' Assiette Au Beurre

Ο αγωνας του σωματειου της ΒΙΟΜΕ φερνει στο προσκηνιο το προταγμα της αυτοδιαχειρισης που ενω ακομα ειναι μειοψηφικο στο εργατικο κινημα της Ελλαδας, ειναι υπαρκτο και παρον και η εκτιμηση μας ειναι οτι θα κερδιζει οπαδους μερα με την μερα. Η εκτιμηση μας αυτη προερχεται απο την παγια θεση μας οτι η αυτοδιαχειριση εργοστασιων και επιχειρησεων που κλεινουν ειναι η μονη ρεαλιστικη διεξοδος της εργατικης ταξης μπροστα στην μαζικη καταστροφη της εργατικης δυναμης απο πλευρας κρατους και κεφαλαιου, πραγμα που αντιλαμβανονται εστω και ενστικτωδως οι εργατες που εχουν ταχθει με το μερος της. Η εν δυναμει επαναστατικοτητα της εδραζεται στην αντιθεση στην λογικη της μεσολαβησης και στις διαδικασιες βασης καθως και στο ανοιγμα του πεδιου της ταξικης αντιπαραθεσης απο την βαση εργατες/αφεντικα στην βαση εργατες/κρατος. Δηλαδη μεταφερομενη απο το ειδικο στο γενικο η αυτοδιαχειριση στοχευει στην καταρρευση των στενων οριων του συντεχνιασμου η της μιας επιχειρησης που αντιμετωπιζει προβληματα και στην ενθαρρυνση και αναπτυξη ενος εργατικου κινηματος που θα διεκδικησει συνολικα την παραγωγη και τα παραγωγικα μεσα.

Ο αγωνας και το πλαισιο του εχει δεχτει κριτικη το περασμενο διαστημα απο διαφορους πολιτικους χωρους. Αν εξαιρεσουμε την «καλοβουλη κριτικη» και τις «συμβουλες» ορισμενων στελεχων του ΣΥΡΙΖΑ, του ΝΑΡ και της Πρωτοβουλιας Α’βαθμιων Σωματειων η πιο σταθερη και τροπον τινα «σοβαρη» κριτικη προερχεται απο το ΚΚΕ. Η κριτικη αυτη μπορει να συμπυκνωθει σε γενικες γραμμες σε 2 αρθρα 2 ιστολογιων που προσκεινται στο ΚΚΕ συγκεκριμενα εδω http://wwwpraxisred.blogspot.gr/2012/09/blog-post_5536.html και εδω http://red-traverso.blogspot.gr/2012/09/blog-post_22.html

Ειχα ξεκινησει την συγγραφη κειμενου απαντησης και στην κριτικη προερχομενη απο το ΚΚΕ αλλα και απο αλλους, παρ’ολα αυτα ενας συντροφος με προλαβε. Ομολογουμενως το κειμενο του, πιο αναβαθμισμενο απο το αντιστοιχο δικο μου, απανταει συνολικα και με σαφηνεια προς ολους.

Παρακατω ακολουθει το κειμενο οπως δημοσιευτηκε στο ιστολογιο Ανθος του Κακου.

– L’ Assiette Au Beurre

Οι «ραβίνοι» των «γραφείων αλληλοβοήθειας»
ή ποιος φοβάται την Αυτοδιαχείριση.
 
Του Άρη Τσιούμα
Ήρθε λοιπόν η εποχή, -ή καλύτερα επιστρέφει δειλά-, όπου οι λέξεις θα ξαναποκτήσουν το χαμένο νόημα. Μοιάζει να πλησιάζει διαρκώς η στιγμή όπου μέσα από το βίαιο ξεπέρασμα της πλαστικής ευμάρειας, θα προκύψουν ξανά τα αντίπαλα στρατόπεδα.
Σε αυτές τις εποχές, και με βάση τις ιστορικές νίκες και ήττες, τα συμπεράσματα και τους αφορισμούς, θα κληθούμε να εξοπλίσουμε ξανά την επαναστατική κληρονομιά, όχι ως καπρίτσιο αλλά ως ανάγκη για λύσεις στα προβλήματα των φτωχών. Αυτό είναι που θα πρέπει να μας ενδιαφέρει, αυτό μας ενδιαφέρει γιατί αυτό ενδιαφέρει τον λαό. Ο επανακαθορισμός της ορθής διαλεκτικής της επαναστατικής στάσης διεκδικεί την ανατροπή, όχι ως ουτοπία, ως έφοδο ενός απογεύματος, αλλά ως καθημερινή διαλεκτική της άρνησης στο υπάρχον με την κατάφαση της δημιουργίας του νέου μέσα στο παλιό. Πασχίζουμε να ξανακάνουμε την επανάσταση πραγματική διαδικασία.
Η ήττα, από τη μια μεριά, της συνδιαλλαγής άνευ όρων, αλλά και της πτώσης των νομοτελειών από το ύψος του υπαρκτού στο βόρβορο του ανύπαρκτου, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της πιο συγκροτημένης και εξοντωτικής επίθεσης που έχει εξαπολύσει το κράτος και το κεφάλαιο εις βάρος του κόσμου της εργασίας, αφήνει να διαφανεί η μειοψηφική -προς ώρας- αλλά υπαρκτή με την έννοια αλλά και την αισθητική του ενστικτώδους, επιλογή της αυτοοργάνωσης, ως δομή, και το πρόταγμα της αυτοδιαχείρισης ως εμπράγματης διαλεκτικής της καθημερινής επαναστατικότητας.
Μπροστά σε αυτή την δίοδο που ανοίγει μπροστά στα μάτια των πιο προωθημένων εργατών, στέκεται μια ετερόκλητη λυκοσυμμαχία των προθύμων που τους φράζει το δρόμο. Η παρουσία τους εκεί δεν είναι τωρινή ούτε πρωτόφαντη. Ήταν πάντα εκεί. Το ότι αυτή η πραγματικότητα δεν είχε παρατηρηθεί επαρκώς οφείλεται στην απουσία της προοπτικής της κοινωνικής χειραφέτησης, καθώς οι φωνές και οι πράξεις των φορέων της θάβονταν μεθοδικά κάτω από τόνους «εθνικής ασφάλειας», «διαρκούς ανάπτυξης», «διευρυμένης συναίνεσης», «εκσυγχρονισμένης καταστολής», «ανεξάρτητης δημοσιογραφίας», και λοιπών σκουπιδιών και παραγώγων της προηγούμενης διαχείρισης, η οποία υπήρξε ο θάλαμος αναμονής για τούτη εδώ την εποχή των δολοφόνων.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξίζει να σημειωθεί και σε αυτό το σύντομο άρθρο είναι το εύρος αλλά και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά όλων αυτών -και του καθένα ξεχωριστά- που στελεχώνουν τη συμμορία η οποία προσπαθεί με χίλιους τρόπους να αρνηθεί την οποιαδήποτε προοπτική χειραφέτησης της εργατικής τάξης με οποιοδήποτε κόστος.
Αρχικά, στη φυσική τους θέση βρίσκονται η δεξιά η ακροδεξιά, η αριστερή δεξιά και οι λοιποί παρατρεχάμενοι. Όσοι σήμερα συγκροτούν την κυβέρνηση γνωρίζουν πολύ καλά και τι διακυβεύεται αλλά και τι έχουν να περισώσουν. Με κάθε κόστος πρέπει να περισωθούν τα κέρδη των αφεντικών, καθώς επίσης και την αναπαραγωγή της εκμετάλλευσης με εντονότερους ρυθμούς. Είναι οι εγγυητές που θα διασφαλίσουν ότι αυτή η διαδικασία διαρκούς εξαθλίωσης και εκμετάλλευσης δεν πρόκειται να ανατραπεί από την έφοδο των εργατικών μαζών και των ανέργων στο προσκήνιο, μέσω μιας αυτόνομης πολιτικής που θα έχει κέντρο τα συμφέροντά τους. Δεν υπάρχουν πολλά να ειπωθούν εδώ, η ιστορία έχει μιλήσει κι όποιος δεν έχει αυτιά για ν’ ακούσει γύρω απ’ τον τάφο του κυκλοφορεί. Το μόνο που έχει ίσως νόημα να επισημανθεί είναι η αναλλοίωτη επιχειρηματολογία της «δεξιάς διανόησης» εδώ και δυο αιώνες περίπου, η οποία περιστρέφεται γύρω από αυτισμούς του τύπου «οι εργάτες δεν μπορούν να διαχειριστούν την εργασία τους», «οι εργάτες δεν ξέρουν», «δεν υπάρχει επιχείρηση χωρίς αφεντικό», «τα αφεντικά είναι απαραίτητα», κλπ. Παραδοσιακές εκλαϊκεύσεις δηλαδή της κλασσικής φιλοσοφίας της υποταγής, όταν ακόμη και μικρά παιδιά θα μπορούσαν να καταθέσουν πειστικά επιχειρήματα που θα υποστήριζαν ακριβώς τις αντίθετες θέσεις και τα λογικά συμπεράσματα που θα προέκυπταν από αυτές.
Ας έρθουμε στο πιο ενδιαφέρον κομμάτι εκεί που οι «λεπτές» αποχρώσεις διαφοροποίησης και οι δήθεν καλόβολες κριτικές γδύνονται μπροστά στη λαική ανάγκη και ντύνονται το κουστούμι είτε του ιδεολόγου-επαναστάτη, είτε του πονηρού μεσολαβητή, είτε του πολιτικού κάπελα είτε απλά του ραβίνου των γραφείων αλληλοβοήθειας στην καρδιά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η καθεστωτική αριστερά εκδηλώνεται πάνω στο ζήτημα της αυτοδιαχείρισης, και ειδικότερα της αυτοδιαχείρισης εδώ και τώρα, με βάση τα ιστορικά πολιτικά χαρακτηριστικά της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ του 30% συνεχίζει να φορά την προβιά του συμμάχου των αδυνάτων στα λόγια, προσπαθώντας να απορροφήσει δυνάμεις από οποιοδήποτε κοινωνικό κίνημα βάσης, κάνοντας το μοναδικό πράγμα που ξέρει, να παίζει το ρόλο του πονηρού μεσολαβητή, αυτού που θα «ανοίξει πόρτες» θα καταθέσει επερωτήσεις θα «θίξει το ζήτημα» και άλλα πολλά, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διαμορφώσει νέα εκλογική πελατεία στη βάση της λογικής που λέει ότι «τώρα δεν γίνεται» αλλά με μια «αριστερή διακυβέρνηση» όλα θα λυθούν και θα διορθωθούν.
Την ίδια ώρα ο Ιανός ΣΥΡΙΖΑ λέει αυτά και πράττει τα αντίθετα, δεν στηρίζει ποτέ κανέναν αγώνα που διευρύνει τα χαρακτηριστικά πάλης που αναβαθμίζει το πλαίσιο των διεκδικήσεων και θίγει την ίδια την καρδιά του καπιταλιστικού τέρατος, την ιδιοκτησία. Τα μελίσσια των βουλευτών του που συνωστίζονται στους αγώνες για τα χρυσωρυχεία και το περιβάλλον και το ζήτημα της διαχείρισης των σκουπιδιών κ.α. προσπαθώντας να τονίσουν τα διαταξικά χαρακτηριστικά των αγώνων αυτών, απουσιάζουν εκκωφαντικά από τους αγώνες που θέτουν ζητήματα για ένα άλλο παραγωγικό μοντέλο που μιλούν δηλαδή για την ταμπακέρα.
Η δε πιθανή εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ στην πρώτη θέση, μαζί με τον οπορτουνιστικό του χαρακτήρα, είναι αυτή ακριβώς που όχι μόνο δεν πρόκειται να λύσει κανένα πρόβλημα, [καθώς ποτέ τα ζητήματα που θέτουν την προοπτική της συνολικής ανατροπής δεν υπήρξαν διαχειριζόμενα από καμιά ηγεσία εν τη απουσία της βάσης], αλλά είναι και ο βασικός λόγος που τεκμηριώνει την απουσία των ρεφορμιστών από αυτούς τους αγώνες. Η αναντιστοιχία των λεγομένων τους πριν, με τις πράξεις μετά θα ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και ο πιο πεπεισμένος ψηφοφόρος του οπορτουνισμού θα καταλάβαινε, ότι για άλλη μια φορά έπεσε θύμα των αυτονομημένων πολιτικών συμφερόντων.
Ο δεύτερος κοινοβουλευτικός πόλος της αριστεράς, είναι που βρίσκεται σε ολοκληρωτικό αδιέξοδο. Το ΚΚΕ με εδραιωμένη την αλλοίωση στην ταξική του σύνθεση προς όφελος των μικροαστικών στρωμάτων, εδραιώνει ταυτόχρονα και την δισυπόστατη πολιτική του κενού. Στη διαλεκτική της πραγματικότητας με την ανατροπή, δηλαδή τη σύγκρουση της σημερινής συγκυρίας με αυτό που θα έπρεπε να είναι η σημερινή συγκυρία, ή με τις πιθανότητες να διαμορφωνόταν κάτι διαφορετικό μέσα στη συγκυρία, το ΚΚΕ υιοθετεί το ρόλο του φιλοσόφου-παρατηρητή που μιλά για λαική εξουσία χωρίς την διαμόρφωση πεδίων πάλης, αντικαθιστώντας αποτυχημένα αυτό το έλλειμμα προωθώντας διαταξικές συμμαχίες με τους μικρομεσαίους, δηλαδή με τον εαυτό του. Γι’ αυτό στο ΑΑΔΜ δεν συσπειρώνεται ψυχή. Το μόνο που έχει μείνει σταθερό είναι η πολιτική συμβολοποίηση αυτής ακριβώς της ταξικής σύνθεσης που εκπροσωπεί. Σε τελική ανάλυση αυτό συμβαίνει με την σταθερή προσήλωση στη μοναδική συνέπεια απέναντι στην οποία θα έπρεπε ο κάθε αγωνιστής να μένει ασυνεπής, στην αστική νομιμότητα αφ’ ενός και στην μανία αντιπροσώπευσης σε έναν κόσμο που οι συμφωνίες των από πάνω με τους από κάτω είναι πια κενά γράμματα.
Η 90χρονη πείρα του ΚΚΕ, το έχει διδάξει ότι η χειραφέτηση των εργατών από τη μεσολάβηση των πολιτικών επιτελείων που πραγμοποιούν την δυναμική της ταξικής πάλης και πριονίζουν τις αιχμές των νέων συσχετισμών που αυτοί φέρουν, έχει άμεσα αρνητικά αποτελέσματα για την επιβίωση του ίδιου του κομματικού μηχανισμού. Η αυτοδιαχείριση των εργατών αποτελεί πράξη αποστοίχισης από την διαδικασία της πολιτικής μεσολάβησης.
Αυτή όμως η αλήθεια δεν λέγεται ανοιχτά από τον Περισσό. Οπότε έπρεπε η αδυναμία αυτή να αναχθεί σε μια νέα τακτική και επιχειρηματολογία, εντελώς άσχετη και εντελώς προσωρινή σε σχέση με τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης της κομματικής πορείας των προηγούμενων χρόνων.
Οι καθοδηγητές ανοίξανε τα μεγάλα μπαούλα με τις παλιές θεωρίες των κλασσικών και αφού ψάξανε καλά-καλά τι θα βολέψει στη συγκυρία, αγγίξανε μετά από 60 χρόνια ξανά την μαξιμαλιστική θεωρία για να εξηγήσουν ότι τα πάντα πέρα της μεγάλης προλεταριακής επανάστασης είναι μάταια άσκοπα, ρεφορμιστικά και οπορτουνιστικά, είναι μια ανοησία!
Οποία αποκάλυψη. Και από ποια χείλη. Όλες αυτές οι θεωρίες των σταδίων, οι οποίες σταδιακά βέβαια μετουσιώθηκαν σε θεωρίες αδράνειας, όλοι αυτοί οι διάφοροι προθάλαμοι που χρειαζόντουσαν ώστε να «αναβαθμίσει η τάξη τα χαρακτηριστικά της», ή να δώσει μάχες στενά οικονομικού χαρακτήρα «γιατί έτσι έχουν οι συσχετισμοί σήμερα» όλα αυτά πετάχτηκαν -προσωρινά βέβαια- στην άκρη ώστε να ασκηθεί μια νέου τύπου «αριστερίστικη» κριτική στα πρώτα σκιρτήματα της εργατικής χειραφέτησης, στην πρώτη εκδήλωση πραγματικής νοηματοδότησης του συνθήματος «χωρίς αφεντικά», στην πρώτη μάχη στην οποία ο κριτής για την «πολιτική αναβάθμιση» της τάξης δεν θα οι αριθμοί που θα συνθέτουν το μισθό, αλλά ποιος θα διαχειρίζεται τα μέσα παραγωγής.
Με βάση λοιπόν αυτή την «κριτική» το ΚΚΕ σκάρωσε το σχήμα αντιπαράθεσης: «oι εργάτες θα μετατραπούν σε μικροϊδιοκτήτες θα χάσουν τα ταξικά χαρακτηριστικά τους», «εργοστάσια υπό αυτοδιαχείριση αποτελούν νησίδες στον καπιταλισμό δεν μπορούν να νικήσουν», «ο μόνος τρόπος για τη νίκη του λαού είναι η λαική εξουσία, άρα πρέπει να σταθεί ενάντια στην πρόταση αυτοδιαχείρισης».
Ας δούμε εδώ πως το ΚΚΕ και οι υπόλοιποι πολέμιοι διαρρηγνύουν ανοιχτές θύρες, όταν επικοινωνούν αυτή την κριτική θεωρώντας ότι την απευθύνουν σε κάποιον Όουεν ή σε κάποιον Σαιν-Σιμόν κάπου στα 1830.
Όσοι συμμετέχουν στους αγώνες για κοινωνική και εργατική χειραφέτηση όσοι καταθέτουν την πρόταση για αυτοδιαχείριση των μέσων παραγωγής σήμερα γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτή η πρόταση αποκομμένη από το σύνολο της ταξικής διαπάλης είναι άλλη μια συντεχνιακή προσέγγιση. Είναι ένας άλλου τύπου ρεφορμισμός από τη βάση προς τα πάνω. Ακριβώς γι’ αυτό η πρόταση που καταθέτουν μιλά για την διαμόρφωση ενός εργατικού και κοινωνικού κινήματος, το οποίο θα βασίζεται και στους τομείς αυτοδιαχείρισης, με τελικό σκοπό την ολοκληρωτική καταστροφή του καπιταλισμού. Την καταστροφή της οικονομικής και πολιτικής εκμετάλλευσης, την εξαφάνιση της πολιτικής ως εποικοδόμημα διαχείρισης των άνισων πόρων διαβίωσης. Μιλούν δηλαδή για τον κομμουνισμό. Όποιος κάνει ότι δεν κατάλαβε αυτή την πρόταση, αυτή τη διαφορά δεν μπορεί να μιλά για καλοπροαίρετη κριτική γιατί είναι ήδη ένας συκοφάντης.
Ας δούμε τώρα αφού λύσαμε αυτή τη βασική «παρεξήγηση», τι θετικό προκύπτει από τους αγώνες για την αυτοδιαχείριση στο εδώ και στο τώρα και πως απαντούν σε αυτούς οι νεόκοποι θιασώτες του “vogliamo tutti”. Μετά λοιπόν, από μια συνεχή αλυσίδα λουκέτων στα εργοστάσια, σε μερικά από τα οποία ο ειδικός συσχετισμός συνδικαλιστικής δύναμης ήταν συντριπτικά υπέρ των «ταξικών δυνάμεων» και του ΠΑΜΕ, φτάνουμε στην προοπτική της απάντησης της αυτοδιαχείρισης στο κλείσιμο των παραγωγικών δομών που προτείνουν τα αφεντικά.
Με την ανεργία λοιπόν να έχει φτάσει ήδη στο 30%, και χωρίς να προσμετρούμε την παγιωμένη επισφάλεια και την προσωρινή ανεργία, σε συνθήκες που οι δυνατότητες αναπαραγωγής της εργατικής τάξης έχουν πιάσει πάτο, η πρόταση για την αυτοδιαχείριση έρχεται ακριβώς να δικαιώσει το σχήμα της ρεαλιστικής ριζοσπαστικής πολιτικής με κατεύθυνση την επαναστατική ανατροπή τόσο σε νοηματικό όσο ακόμα και σε αισθητικό-ψυχολογικό σημείο. Πιο συγκεκριμένα, το πλαίσιο αυτοδιαχείρισης σε κλειστό εργοστάσιο δημιουργεί ξανά πεδίο ταξικής πάλης μεταφέροντας την αντίθεση ανάμεσα σε εργάτη-αφεντικό στην αντίθεση εργάτη-κράτους. Ουσιαστικά διατηρεί ένα επίπεδο ταξικής πάλης από εκεί που δεν θα υπήρχε κανένα, πέρα από τη νομική ζητιανιά των χρωστουμένων χωρίς κανένα εφόδιο πολιτικού-ταξικού εκβιασμού απέναντι στο χειρότερο αστικό-νομικό οπλοστάσιο της μεταπολίτευσης.
Επιπλέον χωρίς να τρέφει αυταπάτες για μικροιδιοκτησία ή πλουτισμό, το πρόταγμα της αυτοδιαχείρισης, απαντά υπό όρους στο ζήτημα της αναπαραγωγής της τάξης ακόμα και μέσα σε καπιταλιστικά πλαίσια στις χειρότερες συνθήκες επίθεσης του κεφαλαίου, αποτελεί εργατική και κοινωνική αυτοάμυνα αλλά και εφαλτήριο για την κοινωνική αντεπίθεση.
Ταυτόχρονα στο εσωτερικό του χώρου δουλειάς προεικονίζονται διαδικασίες και καταστάσεις από ένα απελευθερωμένο μέλλον καθώς η προοπτική του «χωρίς αφεντικό» αποτελεί το σχολείο για την κομμουνιστική χειραφέτηση. Οι συζητήσεις των εργατών, αναβαθμίζονται, ξεπερνούν τα συντεχνιακά ζητήματα και φτάνουν στο επίπεδο του ποιος ασκεί εξουσία, και πως αυτή πρέπει να ανατραπεί στο σύνολό της. Ταυτόχρονα έξω από τους εργατικούς χώρους στο διευρυμένο κοινωνικό πεδίο δίνεται μια κατεύθυνση αγώνα με ελπίδες για πλατύτερη ταξική συσπείρωση στη βάση της αυτοοργάνωσης και με αίτημα την αυτοδιαχείριση, διαμορφώνεται ένα λαϊκά κατανοητό πρόγραμμα με άμεσα οφέλη το οποίο ταυτόχρονα πυροδοτεί κρίσιμες απαντήσεις στην πιο χρήσιμη ερώτηση που μπορεί να θέσουν οι ίδιοι οι εργάτες στους εαυτούς τους: «τι χρειαζόμαστε τα αφεντικά»;
Το ζήτημα λοιπόν της «λαικής εξουσίας», ή της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης καλύτερα και του ελευθεριακού κομμουνισμού τότε και με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται από εγκεφαλικό πλάνο της «επαναστατικής πρωτοπορίας» σε βιωμένο σχέδιο διαλεκτικής αντίληψης μέσα στο εργατικό κίνημα για την διαμόρφωση ενός επαναστατικού κοινωνικού κινήματος.
Στο δε ψυχολογικό επίπεδο θα ήταν μάλλον εκ των ων ουκ άνευ, να επισημάνουμε πόσο τεράστιας σημασίας για την εργατική τάξη θα ήταν η κατάκτηση κάποιων επιμέρους νικών στη σημερινή συγκυρία.
Στο σημαντικότερο επίπεδο, οι επικριτές της πρότασης της αυτοδιαχείρισης αδυνατούν να συλλάβουν το ουσιωδέστερο ζήτημα το οποίο θίγει η όλη διαδικασία. Φυσικά όπως και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση εργατικού αγώνα όπως παραδείγματος χάριν για την διάσωση κάποιας θέσης εργασίας, ή μια επαναπρόσληψη, το μέχρι σε πιο σημείο θα διαμορφωθεί η ταξική συνείδηση του υποκειμένου δεν υπάγεται σε κάποιο προκαθορισμένο νόμο της διαλεκτικής. Όμως η διαδικασία με την οποία διεξάγεται μια μάχη, τα μέσα πάλης δηλαδή μπορούν να αναδείξουν νέες διεξόδους, και να ανοίξουν νέες προοπτικές συνολικότερα. Η διαδικασία και τα μέσα πάλης που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη της αυτοδιαχείρισης, αλλά και το ίδιο το πρόταγμα, ακριβώς επειδή θίγει εμβρυακά το ζήτημα της ιδιοκτησίας σε υλικό επίπεδο αλλά συνολικά στο φαντασιακό, ανοίγει το δρόμο για μια σύγκρουση, η επιτυχής κατάληξη της οποίας διαμορφώνει τους όρους για τη σημαντικότερη αναβάθμιση της μάχης σε επίπεδο δυαδικής εξουσίας. Είναι στο χέρι του επαναστατικού κινήματος να μετατρέψει τα συμβούλια διαχείρισης των κατειλημμένων εργοστασίων σε πρόπλασμα του νέου κόσμου μέσα στα σπλάχνα του παλιού, να ξεδιπλωθεί η στρατηγική της οριστικής μάχης με το καπιταλιστικό υπάρχον, μέσα από τη γενίκευση της στράτευσης στο αγώνα για την ολιστική απαλλοτρίωση της αστικής τάξης.
Δυστυχώς όποιος δεν αντιλαμβάνεται το βάθος αυτών των αγώνων, δεν αντιλαμβάνεται το βάθος των καιρών. Τα φληναφήματα μπαίνουνε βίαια στην άκρη. Οι «προβληματισμοί» ότι η αυτοδιαχείριση μπορεί να γεννήσει μικροαστική συνείδηση έχει λιγότερη βάση ακόμη και από τον ιστορικό προβληματισμό ότι η ανεργία γεννά το φασισμό. Γιατί τι δε λένε όλοι οι επικριτές της αυτοδιαχείρισης και της εργατικής χειραφέτησης; Ξεχνούν να μας πουν τι συμβαίνει όταν ηττώνται οι αγώνες, και ειδικότερα αγώνες που αφορούν σε παραγωγικές δομές που κλείνουν. Συρρικνώνεται η ίδια η παραγωγική βάση, εξαφανίζονται μαχητικά σωματεία, οι εργάτες πετιούνται σε μια διόλου προσωρινή ανεργία, στη χειρότερη περίπτωση εξαθλιώνονται και σκορπίζονται στις ετερόκλητες μάζες των ανέργων και των λουμπεν, στην καλύτερη παίρνουν μια μικρή αποζημίωση για να ανοίξουν κάποιου είδους ψιλικατζίδικο για να μπολιαστούν με την μικροαστική αντίληψη του μικροϊδιοκτήτη χωρίς καν να απολαμβάνουν κάποια κέρδη στη σημερινή συγκυρία όπου οι μικρομεσαίοι τσακίζονται επίσης από την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου και την νέα κεφαλαιακή συσσώρευση. Η ήττα και η πικρία τους αποστοιχίζουν από τους επόμενους αγώνες, η απουσία ενός πεδίου πραγματικής πάλης για τα συμφέροντα τους, τους απομακρύνει από τα προωθημένα σχέδια των πρωτοποριών. Έννοιες όπως «ρεαλισμός», «ευρωπαϊσμός», «ρατσισμός», «ανταγωνισμός» κλπ θολώνουν την ταξική συνείδηση την μαραζώνουν, την νεκρώνουν. Να για ποιο πράγμα τελικά αγωνίζονται οι επικριτές της εργατικής και κοινωνικής χειραφέτησης είτε το κατανοούν είτε όχι. Να γιατί τελικά είτε το επιθυμούν είτε όχι παίρνουν τη θέση τους δίπλα στη λυκοσυμμαχία και γίνονται ένα μ’ αυτούς, τόσο που να μην μπορείς πια να τους ξεχωρίσεις. Κι αν η ηγεσία δείχνει αδύναμη ή απρόθυμη να αντιληφθεί τη σημαντικότητα των καταστάσεων για άλλη μια φορά είναι η βάση που πρέπει να αποστοιχηθεί από την λανθασμένη αντίληψη, και να σταθεί πρώτα-πρώτα στο πλάι των εργατών που αγωνίζονται να πάρουν στα χέρια τους την παραγωγή.
Ολοκληρώνοντας αυτόν τον κύκλο κριτικής στο πολιτικό φάσμα με αφορμή τη στάση του απέναντι στους αγώνες για την αυτοδιαχείριση και εν γένει την εργατική χειραφέτηση και την κοινωνική αυτοδιεύθυνση, θα πρέπει να αναφερθούμε και στο τόξο των απόψεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς αλλά κυρίως ομαδοποιήσεων και αντιλήψεων που προέρχονται από τον αναρχικό χώρο.
Είναι γνωστό ότι είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν γενικευμένες κατηγοριοποιήσεις πάνω στην πληθώρα αντιλήψεων που προέρχονται από πολιτικούς χώρους με διευρυμένα χαρακτηριστικά οργανωτικής ρευστότητας, σε βαθμό τέτοιο ώστε να μπορεί να παρατηρήσει κάποιος -με δόση υπερβολής- ότι κάθε ομάδα καλλιεργεί μια εντελώς ιδιαίτερη και υποκειμενική αντίληψη για το ένα ή το άλλο θέμα, σε αυτή την περίπτωση για το πρόταγμα της εργατικής αυτοδιαχείρισης.
Για τον χώρο παρόλα αυτά του εξωκοινοβουλευτικού μαρξισμού τα πράγματα είναι πιο απλά. Η πεποίθηση επιβολής του πολιτικού πάνω στο κοινωνικό, παρότι διαμορφώνει μια πρώτης τάξεως αντίφαση στην πράξη καθώς η όποια συσπείρωση αυτού του πολιτικού χώρου εκφράζεται στο κοινωνικό πεδίο και ελάχιστα έως και καθόλου στο κεντρικό πολιτικό ακολουθείται πιστά, συμπληρώνοντας την ιδεοληπτική αντίληψη του «μοναδικού ορθού», που οδηγεί σε αδιέξοδο καθώς δεν μπορεί να διακρίνει το κοινωνικά αναγκαίο και να το εντάξει σε μια ευρύτερη στρατηγική πέρα από το κομματικό-εκλογικό πρόγραμμα.
Αυτή η αδυναμία οδηγεί στην κατεύθυνση και πάλι της συμμαχίας από-τα-πάνω με άλλες -και πάλι- πολιτικές δυνάμεις οι οποίες και δεν θέλουν και δεν μπορούν να συμπορευτούν με το εξωκοινοβούλιο καθώς αναπτύσσουν ένα πρόγραμμα το οποίο ή είναι εντελώς διαφορετικό ή καλύπτει καλύτερα τις ανάγκες του κομματικού μηχανισμού ή απλά έχει ήδη ξεπεράσει σε όγκο και ποιότητα την ίδια την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και των συνιστωσών της, ή της ΟΚΔΕ και των υπολοίπων χώρων της εκτός των τειχών αριστεράς.
Με λίγα λόγια η στρατηγική του εξωκοινοβουλίου είναι να ελπίζει στην σύμπραξη -έστω ως κομπάρσος- με το ΚΚΕ το οποίο έχει πάρει θέση κάθετης άρνησης υποστήριξης των εγχειρημάτων εργατικής αυτοδιαχείρισης, ή να προσπαθεί να «επηρεάσει» το ΣΥΡΙΖΑ μέσω της σύμπραξης στα πρωτοβάθμια, ή απλά να ικανοποιήσει το πρόγραμμα του το οποίο μιλά μόνο για εθνικοποιήσεις και κρατικοποιήσεις και τοποθετεί τον εργατικό έλεγχο ως γαρνιτούρα, ως απλή διαδικαστική λειτουργία στο εσωτερικό των χώρων δουλειάς στη μετά-σοσιαλιστική πραγματικότητα. Αυτή όμως η στρατηγική που φοβάται την σύγκρουση με το ΚΚΕ, που τελικά επηρεάζεται αντί να επηρεάζει τον ΣΥΡΙΖΑ και αδυνατεί να βρει οποιονδήποτε χώρο που να ταυτίζεται με το εγκεφαλικό μακρόπνοο σχέδιο του επιτελείου της, είναι που μοιραία υποβαθμίζει τους αγώνες για την εργατική αυτοδιαχείριση, αποσυσπειρώνει τον κόσμο της σε σχέση με αυτούς και εν τέλει ακυρώνει στην πράξη της μεγαλόστομες και μεγαλόσχημες διακηρύξεις υποτιθέμενης αλληλεγγύης, στους αγώνες για την εργατική και κοινωνική χειραφέτηση.
Την ώρα που ο κόσμος της εργασίας ψάχνει λύση για να διασωθεί από το ναυάγιο και την ολοκληρωτική καταστροφή, ελπίζοντας σε κάποιου είδους «ανεύθυνη αριστερά», που θα έβαζε φωτιά στα επιτελεία, και ο μικρότερος θύλακας της αριστερής σκέψης και πράξης το πρώτο που επιζητά είναι η τιτλοφόρησή του σε «υπεύθυνη δύναμη». Ξεχνούν ότι οι τέτοιου είδους εμβαπτισμένες υπευθυνότητες, όπως οι κατατεθειμένοι «προβληματισμοί» για την αυτοδιαχείριση σπρώχνουν διαρκώς την αντίληψη της τάξης προς τα δεξιά, δεν είναι τυχαίο ότι τα σκήπτρα της «υπεύθυνης αριστεράς» κρατά η συμμορία του Κουβέλη, και οι εργαζόμενοι έχουν μπουχτίσει από κουβέληδες.
Στο πιο δύσκολο κομμάτι και υπό τον φόβο των άστοχων γενικεύσεων θα προσπαθήσω την κατηγοριοποίηση των αντιλήψεων που προέρχονται από την αντιεξουσιαστική σκέψη.
Σε αυτό το σημείο το ύφος της ανάλυσης πρέπει να αλλάξει και να μεταφερθεί το βάρος του κριτηρίου της κριτικής από την πολιτική αντίθεση στην ταξική σύνθεση. Αυτή η αλλαγή στα εργαλεία ανάλυσης πρέπει να συμβεί για να έχουμε κάποιες πιθανότητες να αποκωδικοποιήσουμε την ασύλληπτη αντίφαση του γεγονότος ότι πολλοί αντιεξουσιαστές, ή ακόμα και «αναρχοσυνδικαλιστές» (!) στέκονται απέναντι σε έναν από τους βασικούς πυλώνες συγκρότησης της ελευθεριακής σκέψης, την εργατική αυτοδιαχείριση. Ο πολιτικός επηρεασμός ακόμα και κομματιών του αναρχικού χώρου από τη σταλινική και τριτοδιεθνιστική αντίληψη της ιστορίας, της πάλης, και της καθημερινής ζωής μπορεί να ισχύει σε κάποιον βαθμό [παρότι ο αναρχικός χώρος έχει δείξει ταυτόχρονα τα καλύτερα αντανακλαστικά άρνησης αυτής της αντίληψης], αλλά δεν μπορεί από μόνος του να εξηγήσει την στάση αυτών των κομματιών, παρά μόνο ίσως κάποιων «αναρχοσυνδικαλιστών».
Μια πρώτη παρατήρηση πάντως επιβεβαιωτική της διείσδυσης της μαρξιστο-λενινιστικής αντίληψης στο σώμα του αναρχισμού έχει να κάνει με το παράδειγμα του τρόπου αντίληψης της έννοιας του ρεφορμισμού από την πλειοψηφία του αναρχικού χώρου. Συγκεκριμένα η επιβολή του πολιτικού πάνω στο κοινωνικό αφορά αυτό το παράδειγμα, όπου οι αναρχικοί σύντροφοι προσμετρούν τον ρεφορμισμό μόνο με την πολιτική του σημασία δηλαδή ως μεταρρυθμισμό, χρησιμοποιώντας ως μοναδικό σχεδόν κριτήριο την επιθυμία σύγκρουσης, την στάση απέναντι στη βία, τη δυναμική των σχημάτων και την απτή ένδειξη επαναστατικού βολονταρισμού. Κάτω όμως από αυτή την ανάλυση κρύβεται θαμμένη μια απρόσμενη πραγματικότητα που αλλοιώνει πολύ τη σκέψη και τη δράση των δρώντων υποκειμένων. Πρόκειται για την άρνηση προσμέτρησης του ρεφορμισμού με βάση το κοινωνικό κριτήριο, δηλαδή της συνεργασίας των τάξεων, και ειδικότερα της συνεργασίας των τάξεων στη βάση, ώστε να επιτευχθεί και η συνεργασία σε πολλά επίπεδα και να καταστεί εφικτός ο στόχος της μεταρρύθμισης αφού έχει εδραιώσει αυτή την αναγκαία προϋπόθεση. Δεν υπάρχει λοιπόν διευρυμένο το κριτήριο της ταξικής σύνθεσης μέσα στον αναρχικό χώρο. Έτσι στην ίδια συνέλευση μπορεί να συμμετέχουν εργάτες, άνεργοι, μικροκαταστηματάρχες, ακόμα και άνθρωποι που έχουν επιχειρήσεις με υπαλλήλους σε πιο ακραίες περιπτώσεις σχηματισμών που έχουν αποθεώσει την μετα-βιομηχανική αντίληψη, ή πιο απλά νεολαίοι με μεσο-αστική ακόμα και μεγαλοαστική καταγωγή. Πρόκειται για έναν ρεφορμισμό από τα κάτω, στη βάση. Κι αυτή η ελλειπτικότητα αντίληψης οδηγεί στην αποθέωση των πολιτικών κριτηρίων. Επειδή όμως ένα μεγάλο κομμάτι του αναρχικού χώρου δεν επιθυμεί να παράξει πολιτική και ειδικά κεντρικού επιπέδου μετατρέπει την πολιτική σε ιδεολογία, δηλαδή σε κούφια πολιτική, σε φαντασιακή θέσμιση μιας κοινότητας που τη συγκροτεί ο συμπεριφορισμός και οι «κοινωνικές σχέσεις» παρά τα κοινά ταξικά συμφέροντα. Πίσω από το life style της underground κουλτούρας κρύβονται επιμελώς οι ίδιες, οι κυρίαρχες ταξικές διαφοροποιήσεις, πίσω από τις διάφορες εναλλακτικές σχέσεις και συμπεριφορές κρύβεται η θλίψη της τελικής αναπαραγωγής του κυρίαρχου μοντέλου παραγωγής. Μισθωτή εργασία, και άνεργη σκλαβιά για κάποιους, αντι-καταναλωτική ισορροπία και άρνηση εργασίας για άλλους.
Τρεις ιδιαίτερες στάσεις και αντιλήψεις μπορούμε να αντιληφθούμε να ξεπηδούν από τον αναρχικό χώρο. Και οι τρεις προκύπτουν ως λογική συνέπεια της ταξικής σύνθεσης των ομαδοποιήσεων που τις επικοινωνούν. Συγκροτούνται με βάση το πια ταξική θέση και αντίληψη έχει τους συσχετισμούς και επηρεάζει την πολιτική [ή ιδεολογική] κατεύθυνση των συλλογικοτήτων των αναρχικών. Καθεμιά από τις τρεις αυτές κατηγορίες ταυτίζονται επίσης με τα τρία βασικά κοινωνικά στρώματα που εμφανίζονται στις δυτικές κοινωνίες και απηχούν τις ιδιαίτερες αντιλήψεις που αυτές φέρουν.
Οι αναρχικές ή αυτόνομες συλλογικότητες η ταξική σύνθεση των οποίων είναι μπολιασμένη με μεσοαστικά στοιχεία έχει δώσει μια πληθώρα θεωρητικών σχηματισμών οι οποίοι ως κοινό τόπο έχουν την «υπέρβαση των ταξικών διαχωρισμών» και την συσπείρωση σε κάποια νέα βάση. Λογική συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι οι αποστοίχιση από τους εργατικούς αγώνες ακόμα και από αυτούς οι οποίοι δεν έχουν συντεχνιακά χαρακτηριστικά και θέτουν την εργατική αυτοδιαχείριση δηλαδή μια κορυφαία μορφή της κοινωνικής χειραφέτησης επί τάπητος.
Πρόκειται για την αποστροφή της εργασίας και της ταυτότητας του υποκειμένου της που ενοποιεί την αστική τάξη απλά από «αντιεξουσιαστική» σκοπιά. Αρκεί να αντιλαμβάνεται κανείς τον αντιεξουσιασμό ως «φουκωικό αντιολοκληρωτισμό», ή απλά ως «εκσυγχρονισμένη κοινωνική μεταρρυθμιστική αντιπολίτευση βάσης στον μετα-βιομηχανικό καπιταλισμό», σύμφωνα με τις μεταμοντέρνες «αφηγήσεις».
Σε αυτή τη μήτρα σκέψης στριμώχνονται οι πιο αντιθετικές παραστάσεις αντίστασης, οι οποίες πολλές φορές έρχονται ακόμη και σε σύγκρουση μεταξύ τους. Από τα μεσοαστικά στρώματα θα προέλθει ο «εναλλακτισμός» ως τρόπος βίωσης της ζωής τάχα έξω από την αισθητική του καπιταλισμού αλλά μέσα από την ουσία των παραγωγικών σχέσεων που φέρει αυτός και το κάθε άτομο ξεχωριστά. Αλλά ακριβώς και πάλι από τους «μεσοαστικούς προβληματισμούς σε κρίση» θα προέλθει και η εγωπαθής μηδενιστική τάση που θα αποθεώσει την γελοιότητα της «άρνησης της εργασίας». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι οι περισσότεροι «αρνητές εργασίας» είναι συνήθως άτομα που δεν δούλεψαν ποτέ. Κι αυτό δεν είναι καθόλου παράλογο. Οι γόνοι των μεσοαστικών οικογενειών που βρίσκονται σε κρίση και εκπέφτουν από την εποχή της προηγούμενης ευμάρειας θεωρούν υποχώρηση αν όχι προσβολή την προοπτική της εργασίας, ειδικότερα όταν πρόκειται για μια εργασία που δεν ανταποκρίνεται στις περίφημες και ακριβοπληρωμένες σπουδές τους ή δεν βρίσκεται σε μια σχετική αντιστοιχία με τα εισοδήματα της οικογενείας. Κάπως έτσι η «άρνηση εργασίας» και η δομική αποστοίχιση από τον κόσμο της εργασίας και τους αγώνες του για χειραφέτηση, αυτοδιαχείριση και ελευθερία παίρνει τη θέση της ως απλά μια πιο μειοψηφική και ίσως πιο παράτολμη επιλογή σε σχέση με την κυρίαρχη «λύση» της αστικής κουλτούρας, την απόδραση δηλαδή στο εξωτερικό.
Από την άλλη μεριά μια δεύτερη κατηγοριοποίηση έχει να κάνει με την μικροαστική αναρχία, την οποία συγκροτούν ομάδες στις οποίες είτε η ταξική σύνθεση ταυτίζεται πιο εύκολα με τους ελεύθερους επαγγελματίες, και άλλα μικροαστικά στρώματα ή απλά πρόκειται για μεσοαστούς με πιο οξυμμένη και πιο κοινωνική πολιτική θεώρηση. Ή ακόμα, [για να ειπωθεί και αυτό] πρόκειται για κόσμο ο οποίος παρότι μπορεί να ανήκει στα κατώτερα στρώματα παπαγαλίζει αρχές και αξίες που προέρχονται από την αστική νοοτροπία, ακριβώς όπως γίνεται και στην μακροκοινωνική κυρίαρχη παράσταση.
Η μικροαστική αυτή αντίληψη είναι που πατάει -όπως συμβαίνει και μακροκοινωνικά- σε δυο βάρκες. Από τη μία υποστηρίζει τα εγχειρήματα της αυτοδιαχείρισης και εργατικής χειραφέτησης, τα πετσοκόβει όμως πρώτα επιμελώς από τα συνολικά δηλαδή τα εν δυνάμει ανατρεπτικά χαρακτηριστικά τους, τόσο όσο αφορά την ταυτότητα των δρώντων υποκειμένων, όσο και το περιεχόμενο της τελικής στόχευσης.
Από αυτή τη μήτρα σκέψης θα προκύψουν τα θεωρητικά σχήματα που θα αποθεώσουν τη μερικότητα, το μικρο-, τη νησίδα ως τέτοια, θα την αποκόψουν από το σύνολο της παραδειγματικής της δυναμικής για την τάξη θα την μετατρέψουν σε μια «απελευθερωμένη νησίδα» που από μόνη της σημαίνει τα πάντα. Είναι η μεταφορά του κυρίαρχου μικροαστισμού του μικροκαταστηματάρχη στην αντιεξουσιαστική αντίληψη. Ταυτόχρονα προσπαθώντας να «επιδιορθώσουν» αυτήν την ξεκάθαρη αποστοίχιση από την επαναστατική και ριζοσπαστική παράδοση και πρακτική θα καταφύγουν στη θεωρητικοποίηση της στάσης αυτής. Θα βρουν καταφύγιο ώστε να προστατέψουν αυτόν τον αναποδογυρισμένο ρεφορμισμό κάπου ανάμεσα στο Μάη του ’68 και τον Holloway, στο μεσοδιάστημα του Negri του ’77 και του Negri της «Αυτοκρατορίας», όπου ακόμα και σε επίπεδο «ταυτότητας» ο εργάτης διαμορφώνεται σε ένα πολύχρωμο «πλήθος». Η ίδια αντίληψη είναι αυτή που θα γεμίζει τις άδειες σελίδες των επικριτών της εργατικής αυτοδιαχείρισης και της αυτόνομης χειραφέτησης της τάξης με κριτικά επιχειρήματα για την μικροαστική βάση του εγχειρήματος.
Φυσικά οι κριτικές ήταν έτοιμες να γραφούν από καιρό, τώρα απλά χρησιμοποιούν τον αδύναμο κρίκο της κουλτούρας της αυτοδιαχείρισης για να έχει κάποια βάση η κριτική τους. Αυτή η στάση δίνει βάση στα τσακάλια της Αριστεράς να μιλούν για Οουενισμό και άλλα παραμύθια.
Κι όμως ακόμη και μέσα σε αυτή την τόσο αλλοπρόσαλλη κατάσταση μέσα από τον αναρχικό χώρο
που μετατρέπεται σε κοινωνικό κίνημα και τις συμμαχίες που αυτό θα γεννήσει μπορεί κανείς να περιμένει καλύτερες αναλύσεις, καλύτερες θέσεις μάχης, και πιο ουσιώδης μάχες καθαυτό.
Η τρίτη τάση στην οποία όχι μόνο συσπειρώνονται τα περισσότερα σύγχρονα προλεταριακά στοιχεία (άνεργοι, επισφαλείς εργαζόμενοι, φτωχοί, εργαζόμενοι σε συνεταιρισμούς) αλλά -το σημαντικότερο- άσχετα με την ιδιαίτερη ταξική προέλευση του κάθε ανθρώπου καταφέρνει να εκφράζει σε πολιτικό επίπεδο τα συμφέροντα και την κουλτούρα των εργατών και των ανέργων, των φτωχών και όχι των μεσοαστικών προβληματισμών.
Αυτή η τάση δυναμώνει μέρα με τη μέρα, βγαίνει από το λήθαργο στη οποία την είχε καταδικάσει η πρόσκαιρη δανεισμένη ευμάρεια, και η πολιτική της συνθηκολόγησης όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων. Η κρίση καταδεικνύει την αναγκαιότητα τόσο των σκοπών όσο και των μέσων της για τους καταπιεσμένους ενώ ταυτόχρονα η συσπείρωση εργαζομένων γύρω από τις θέσεις της, δηλαδή σε θέσεις ουσιαστικής και πολιτικής μάχης με το κράτος και το κεφάλαιο καταδεικνύει ότι η τάση χειραφέτησης και αυτοδιαχείρισης είναι ένα καλά ριζωμένο ένστικτο της εργατικής τάξης. Είναι η τάση που συγκροτούν διάφορες ομάδες είτε αναρχικές-αναρχοκομμουνιστικές, είτε καταληψίες, είτε εργατικές συλλογικότητες, είτε επαναστατών μαρξιστών, είναι η δυναμική της επαναστατικής διαλεκτικής στην υπηρεσία των φτωχών και των καταπιεσμένων. Είναι η τάση διαμόρφωσης ενός εφικτού, πολιτικά διαπραγματεύσιμου και λαϊκά κατανοητού σχεδίου που στον πυρήνα της σκέψης του εκτρέφει ασίγαστα το όραμα του ελευθεριακού κομμουνισμού, προσπαθώντας παράλληλα να δημιουργήσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη την αντίληψής του: άμεση δημοκρατία, αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση, ισότητα, κοινοκτημοσύνη.
Είναι το συνειδητοποιημένο εκείνο κομμάτι που όντας μέρος της εργατικής τάξης στέκεται απέναντι στη λυκοσυμμαχία των προθύμων είτε πρόκειται κυρίως για το σύνολο των εκμεταλλευτών και βασανιστών του λαού, των κυβερνητών των ντόπιων και ξένων κυβερνητικών καθαρμάτων, είτε πρόκειται για τους πονηρούς μεσολαβητές του ΣΥΡΙΖΑ, των κομιστών των σωτηρίων νομοσχεδίων, είτε πρόκειται για τους όψιμους ιδεολόγους-επαναστάτες αλλά κατά βάση βουλευτοφύλακες του ΚΚΕ, είτε πρόκειται για όλους τους υπόλοιπους ότι χρώμα κι αν φέρουν οι οποίοι κριτικάρουν «καλόβουλα» τις πράξεις αντίστασης, χειραφέτησης και αυτοδιαχείρισης, καθώς τις θεωρούν αντιπαραθετικές στα «γραφεία αλληλοβοηθείας εβραίων» που στήνουν ως σωτήριο μέτρο αυτοί οι ραβίνο της πολιτικής που σιγοψυθιρίζουν στα αυτιά των εγκλείστων πως «δεν ήρθε η ώρα ακόμη». Αυτό που δεν έχουν καταλάβει προφανώς είναι ότι οι καπνοί από τα λιωμένα πτώματα των εργαζομένων έχουν ήδη αρχίσει να μαυρίζουν τους ουρανούς πάνω από τα σύγχρονα σαπωνοποιεία των όπου γης «Άουσβιτς-Μπίρκεναου».

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ

Posted in News, Politics on Ιουλίου 10, 2012 by L' Assiette Au Beurre

Η διοίκηση της ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ, η οποία είναι θυγατρική του ομίλου ΦΙΛΚΕΡΑΜ &JOHNSON, έχει εγκαταλείψει το εργοστάσιο από τον Μάιο του 2011, και μαζί τους εργαζόμενους σε αυτό. Ως απάντηση οι εργάτες του εργοστασίου, διεκδικώντας να πληρωθούν τα δεδουλευμένα και να μην χαθούν οι θέσεις εργασίας, είναι σε επίσχεση από το Σεπτέμβριο του 2011. Το Σωματείο Εργαζομένων Βιομηχανικής Μεταλλευτικής έχει οργανώσει 40 εργάτες, όλοι εκ των οποίων είναι ως και σήμερα, ένα χρόνο μετά την διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου, δραστήριοι, κρατώντας βάρδιες στο εργοστάσιο, ώστε να μην μετακινηθεί από τη διοίκηση ή κλαπεί ο εξοπλισμός και συμμετέχοντας στις γενικές συνελεύσεις.

Η πρόταση του Σωματείου για να λυθεί το αδιέξοδο, καθώς η διοίκηση έχει δηλώσει ότι το εργοστάσιο δεν θα επαναλειτουργήσει λόγω έλλειψης κεφαλαίων, είναι να περάσει σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης, πρόταση που υπερψηφίστηκε από το 98% των εργαζομένων στη Γενική Συνέλευση. Συγκεκριμένα ζητούν να έρθει το εργοστάσιο στα χέρια των εργατών και να παραιτηθούν, χωρίς καμία απαίτηση από την μελλοντική εργατική αυτοδιαχείριση, όλα τα μέλη της διοίκησης και οι υπάλληλοι που συμμετείχαν στο ΔΣ.

Όσο αφορά το αρχικό κεφάλαιο, που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του εργοστασίου, η πρόταση των εργαζομένων είναι να δοθούν προκαταβολικά από τον ΟΑΕΔ τα ποσά που ούτως ή άλλως δικαιούνται.

Τέλος, οι εργάτες της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής διεκδικούν την δημιουργία νομοθεσίας για τη λειτουργία συνεταιριστικών επιχειρήσεων, ώστε να είναι κατοχυρωμένο νομικά τόσο το δικό τους όσο και ανάλογα μελλοντικά εγχειρήματα. Εμείς, στον αγώνα των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, πέραν της αυτονόητης αξίας που βλέπουμε σε κάθε εργατικό αγώνα και κάθε εργατική διεκδίκηση, αναγνωρίζουμε μία πρόσθετη αξία, η οποία έγκειται ακριβώς σε αυτή την πρόταση αυτοδιαχείρισης. Θεωρούμε ότι η κατάληψη και επαναλειτουργία των εργοστασίων και των επιχειρήσεων από τους εργάτες είναι η μόνο ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση απέναντι στην διαρκώς εντεινόμενη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η αυτοδιαχείριση των εργοστασίων που κλείνουν είναι η μόνη που έχει τη δύναμη να κινητοποιήσει την εργατική τάξη, η οποία, ζώντας διαρκώς υπό τον φόβο της ανεργίας, δεν βλέπει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντισταθεί.

Γνωρίζουμε ότι οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουμε στον αγώνα για αυτοδιαχείριση του εργοστασίου θα είναι πολλές, αφού κράτος και κεφάλαιο θα είναι λυσσαλέα ενάντιά του, καθώς η πιθανή νίκη του θα αφήσει προηγούμενο και παράδειγμα για κάθε άλλο αγώνα στην χώρα. Όμως το ερώτημα σε ποιου τα χέρια βρίσκεται η παραγωγή ανάγεται σήμερα σε ζήτημα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη που ωθείται στην εξαθλίωση. Γι’ αυτό οι εργατικοί αγώνες που προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και οι δυνάμεις που στέκονται αλληλέγγυες σ’ αυτούς τους αγώνες θα πρέπει να είναι έτοιμοι να συγκρουστούν με κράτος και εργοδοσία προκειμένου να πραγματοποιήσουν την κατάληψη των μέσων παραγωγής και την εργατική αυτοδιαχείριση.

Καλούμε κάθε σωματείο, οργάνωση, παράταξη και εργαζόμενο να σταθεί αλληλέγγυος/α στον αγώνα των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής και να βοηθήσει ενεργά τους εργάτες, οικονομικά και πολιτικά .

ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ: ΤΕΤΑΡΤΗ 11/7/2012, ΣΤΙΣ 18:00 ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

Κίνηση Εργατικής Χειραφέτησης και Αυτοοργάνωσης

Πηγη: Κινηση Εργατικης Χειραφετησης και Αυτοοργανωσης

ΠΙΟΤΡ ΚΡΟΠΟΤΚΙΝ – ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Posted in Αναρχικη Θεωρια, Politics on Ιουλίου 5, 2012 by L' Assiette Au Beurre

Πιοτρ Κροπότκιν: Προς τους νέους

Σε σας τους νέους θέλω να μιλήσω σήμερα. Οι γέροι — εννοώ φυσικά τους γέρους στην καρδιά και το πνεύμα— ας αφήσουν στην άκρη το βιβλιαράκι μου αυτό για να μην κουραστούν διαβάζοντας κάτι που δεν θα τους πει τίποτε.Υποθέτω ότι είσαι περίπου δεκαοκτώ ή είκοσι χρονών, ότι τελειώνεις με την μαθητεία σου σε μια Τέχνη με τις σπουδές σου, και ότι τώρα βγαίνεις στην ζωή. Φαντάζομαι ότι το πνεύμα σου είναι απαλλαγμένο από τις προλήψεις τις οποίες διάφοροι άνθρωποι προσπάθησαν να σου εμφυσήσουν, ότι δεν φοβάσαι τον διάβολο και ότι δεν δίνεις σημασία στα παραληρήματα των παπάδων και των ιεροκηρύκων.

Υποθέτω ακόμη ότι δεν είσαι ένας από εκείνους τους ανόητους λιμοκοντόρους —θλιβερά προϊόντα μιας κοινωνίας σε παρακμή— που επιδεικνύουν τα γελοία παντελόνια και τις πιθηκίσιες φάτσες τους στους δρόμους, και οι οποίοι ήδη σ’ αυτήν την ηλικία δεν κυριαρχούνται από τίποτε άλλο πέρα από την ακόρεστη επιθυμία για απολαύσεις έναντι οποιουδήποτε τιμήματος… Απεναντίας πιστεύω ότι η καρδιά σου είναι ζωντανή, γι’ αυτό ακριβώς και σου μιλώ.

Ξέρω ότι μπροστά σου ορθώνεται ένα τεράστιο ερωτηματικό. Πολύ συχνά αναρωτιέσαι: «Τι θα γίνω στην ζωή μου;». Είναι γεγονός πως όταν ένας άνθρωπος είναι νέος πιστεύει ότι, έχοντας μάθει μια τέχνη ή σπουδάσει μια επιστήμη για κάποια χρόνια, με έξοδα της κοινωνίας, δεν το έκανε για να γίνει ένα όργανο εκμετάλλευσης. Θα ήταν πολύ διεφθαρμένος και ανήθικος, εάν δεν είχε ποτέ ονειρευτεί πως κάποια μέρα θα χρησιμοποιούσε την ευφυΐα, τις ικανότητες και τις γνώσεις του για να βοηθήσει στην χειραφέτηση εκείνων που σήμερα σέρνονται μέσα στην εξαθλίωση και την αμάθεια.

Είσαι κι εσύ ένας από εκείνους που είχαν ένα τέτοιο όραμα, δεν είναι έτσι; Πολύ καλά! Ας δούμε λοιπόν τι θα κάνεις για να γίνει το όνειρό σου πραγματικότητα.

Δεν ξέρω μέσα σε ποιο κοινωνικό περιβάλλον γεννήθηκες. Πιθανόν, ευνοημένος από την τύχη, να έχεις στρέψει την προσοχή σου στην σπουδή μιας επιστήμης — θα γίνεις γιατρός, δικηγόρος. φιλόλογος ή επιστήμων. ‘Ένας μεγάλος δρόμος ανοίγεται εμπρός σου. Βγαίνεις στον στίβο της ζωής εφοδιασμένος με πλούσιες γνώσεις κι ένα καλλιεργημένο πνεύμα· ή, πιθανότατα, είσαι ένας απλός τεχνίτης με επιστημονική γνώση που περιορίζεται στα λίγα εκείνα που έμαθες στο σχολείο. Έχεις όμως το πλεονέκτημα να ξέρεις από πρώτο χέρι το νόημα μιας ζωής εξαντλητικού μόχθου που αποτελεί την μοίρα του εργάτη της εποχής μας.

ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ «ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ»
Προς τους γιατρούς

Ξετυλίγοντας την σκέψη μας, ας υποθέσουμε κατ’ αρχάς πως έχεις σπουδάσει μια επιστήμη. Ας πούμε ότι μόλις τέλειωσες την ιατρική. Αύριο ένας φτωχοντυμένος άνθρωπος θα έρθει να σε παρακαλέσει να επισκεφτείς μια άρρωστη γυναίκα. Θα σε οδηγήσει σ’ ένα από εκείνα τα σοκάκια που είναι τόσο στενά ώστε όταν σι γείτονες δίνουν τα χέρια σχεδόν αγγίζουν τα κεφάλια των περαστικών. Μπαίνοντας στην αυλή θα σε τυλίξει η μπόχα απ’ την μούχλα και την υγρασία· με το φως ενός φαναριού που τρεμουλιάζει, θ’ ανέβεις δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε θεοβρώμικες σκάλες και να ‘σαι μέσα σ’ ένα σκοτεινό, παγωμένο δωμάτιο όπου θα δεις την άρρωστη ξαπλωμένη πάνω σ’ ένα αχυρόστρωμα και σκεπασμένη με παλιοκούρελα. Γύρω σου μερικά χλωμά, πελιδνά παιδάκια. Τουρτουρίζουν κάτω από τα πανωφόρια τους, θα σε κοιτούν με τα μεγάλα, ορθάνοιχτα μάτια τους. Ο άντρας της άρρωστης όλη του την ζωή δούλευε δώδεκα και δεκατρείς ώρες την ημέρα από ‘δώ κι από ‘κει. Τώρα, εδώ και τρεις μήνες, είναι άνεργος. Το να μένει χωρίς δουλειά, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο για το επάγγελμά του. Συμβαίνει κάθε χρόνο περιοδικά. Αλλά παλιότερα, όταν δεν είχε δουλειά, η γυναίκα του πήγαινε και δούλευε σαν παραδουλεύτρα έπλενε ίσως τα πουκάμισά σου για μερικές πεντάρες την ημέρα. Τώρα όμως, πάνε δυο μήνες που είναι κατάκοιτη και η εξαθλίωση απλώνεται πάνω στην οικογένεια σε όλη την απεχθή της φρίκη.

Αν νιώσουν ότι έχεις καλή καρδιά και καθαρή ματιά και ότι μιλάς σταράτα, η οικογένεια θα σου εκμυστηρευτεί πολλά πράγματα. Θα σου πει πως η γυναίκα που ζει στο διπλανά δωμάτιο, η γυναίκα που όταν βήχει σου σκίζει την καρδιά, είναι μια φτωχή σιδερώτρια. Ότι στο κάτω πάτωμα όλα τα παιδιά λιώνουν από τον πυρετό. Ότι η πλύστρα που κατοικεί στο υπόγειο, δεν θα την βγάλει ως την άνοιξη, και ότι στο διπλανό σπίτι τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα.

Ποια θεραπεία θα συστήσεις στην άρρωστη, γιατρέ, αφού έχεις καταλάβει με την πρώτη ματιά πως αιτία της αρρώστιας της είναι μια γενική αναιμία, η έλλειψη καλής τροφής και καθαρού αέρα; Ας πούμε. μια καλή μπριζόλα κάθε μέρα; Μικρούς περιπάτους στην εξοχή; Ένα ευάερο και χωρίς υγρασία δωμάτιο: Τι ειρωνεία! Αν μπορούσε να τα ‘χει όλα αυτά, θα τα έκανε πολύ καιρό πριν και δεν θα περίμενε την δική σου συμβουλή.

Τι θα συστήσεις σε όλους αυτούς τους αρρώστους; Να τρώνε καλά. ν’ αλλάξουν περιβάλλον, να δουλεύουν λιγότερο κουραστικά; Μακάρι να μπορούσες αλλά δεν τολμάς, κι έτσι φεύγεις με πληγωμένη καρδιά, ρίχνοντας κατάρες αριστερά και δεξιά.

Την άλλη μέρα, ενώ ακόμη συλλογιέσαι την μοίρα των κατοίκων αυτής της τρώγλης, ένας συνάδελφός σου διηγείται πως την προηγουμένη ήρθε και τον πήρε ένας υπηρέτης, με άμαξα αυτήν την φορά.

Επισκέφθηκε τον ιδιοκτήτη ενός ωραίου σπιτιού, μια γυναίκα εξαντλημένη από την αϋπνία. με την ζωή της γεμάτη λούσα, επισκέψεις, χορούς και . . .καυγάδες με τον ηλίθιο σύζυγό της. Ο συνάδελφός σου τής σύστησε μια πιο ήσυχη ζωή, μια ελαφρύτερη διατροφή και περιπάτους στην εξοχή, να χαλαρώνει και να κάνει μερικές ασκήσεις γυμναστικής στην κάμαρά της για να αντικαταστήσει, ως έναν βαθμό, την έλλειψη παραγωγικής δραστηριότητας.

Η μία λοιπόν πεθαίνει γιατί δεν είχε ποτέ στην ζωή της αρκετή τροφή και ανάπαυση, ενώ η άλλη μαραίνεται γιατί από τότε που γεννήθηκε δεν έμαθε ποτέ τι θα πει δουλειά.

Αν είσαι κι εσύ ένας από εκείνους τους εκφυλισμένους χαρακτήρες που προσαρμόζονται σε οτιδήποτε, που στην θέα των πιο αποκρουστικών εικόνων παρηγορούνται μ’ έναν ελαφρύ αναστεναγμό, τότε θα συνηθίσεις σιγά-σιγά αυτές τις αντιθέσεις και την κτηνώδη φύση που ευνοεί τις φιλοδοξίες σου. Δεν θα σκέπτεσαι τίποτε άλλο παρά μόνο το πώς θα παραμείνεις μέσα στις τάξεις των κυνηγών της ηδονής, δηλαδή των πλουτοκρατών, ώστε να μην βρεθείς ποτέ ανάμεσα στους εξαθλιωμένους.

Αν όμως είσαι Άνθρωπος, αν κάθε σου αίσθημα εκφράζεται, στην περίπτωσή σου, με τις πράξεις σου, αν το κτήνος που υπάρχει μέσα σου δεν έχει κατασπαράξει την ευγενική σου φύση, τότε μια μέρα θα γυρίσεις σπίτι μονολογώντας: «Όχι, είναι άδικο, δεν πρέπει να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση! Δεν αρκεί να θεραπεύουμε τις αρρώστιες, οφείλουμε να τις προλαμβάνουμε. Μια κάπως άνετη ζωή και μια πνευματική καλλιέργεια αρκούν για να σβήσουν από τους καταλόγους μας τους μισούς αρρώστους και τις μισές αρρώστιες. Στο διάολο λοιπόν τα γιατρικά! Καθαρός αέρας, καλή διατροφή, λιγότερο εξαντλητική δουλειά -να πώς πρέπει ν’ αρχίσουμε. Χωρίς αυτά, ολόκληρη η ιατρική δεν είναι τίποτε άλλο παρά απάτη και αγυρτεία».

Εκείνη ακριβώς την ημέρα θα καταλάβεις το νόημα του σοσιαλισμού, θα θελήσεις να τον γνωρίσεις καλύτερα. Κι αν η λέξη φιλαλληλία δεν είναι για σένα μια λέξη κενή περιεχομένου, αν μελετήσεις το κοινωνικό ζήτημα υπό το φως της αυστηρής ανάλυσης του φυσικού φιλοσόφου, θα καταλήξεις να ενταχθείς στις γραμμές μας και θα δουλέψεις, όπως δουλεύουμε κι εμείς, για να πραγματοποιηθεί η Κοινωνική Επανάσταση.

Προς τους επιστήμονες

Αλλά πιθανόν να πεις: «Στο διάολο η απλή πρακτική δουλειά. Θα αφοσιωθώ στην καθαρή επιστήμη. όπως ο αστρονόμος, ο φυσικός ή ο χημικός. Μια τέτοια εργασία πάντοτε αποδίδει καρπούς. έστω κι αν είναι μόνο για τις μελλοντικές γενιές».

Ας προσπαθήσουμε πρώτα-πρώτα να καταλάβουμε τι επιδιώκεις αφιερώνοντας τον εαυτό σου στην επιστήμη. Πρόκειται άραγε μόνο για την απόλαυση -πολύ μεγάλη αναμφίβολα- που πηγάζει από την μελέτη της φύσης και την χρησιμοποίηση των πνευματικών μας δυνάμεων; Σ’ αυτήν την περίπτωση, θα σε ρωτήσω: σε τι διαφέρει ο σοφός που ασχολείται με την επιστήμη για να περάσει πιο ευχάριστα την ζωή του, από εκείνον εκεί τον μεθύστακα, ο οποίος το μόνο που ζητά είναι η άμεση ικανοποίηση που του προσφέρει το πιοτό; Ο σοφός διάλεξε βέβαια σοφότερα την ικανοποίησή του, αφού του προσφέρει βαθύτερη και πολύ πιο μακροχρόνια ευχαρίστηση απ’ ό,τι εκείνη του μέθυσου. Αλλά, αυτό είναι όλο! Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος επιδιώκουν τον ίδιο εγωιστικό σκοπό: την ατομική ικανοποίηση.

Όμως όχι, εσύ δεν ποθείς την εγωιστική αυτή ζωή! Το να ασχολείσαι με την επιστήμη, σημαίνει για σένα ότι εργάζεσαι για την ανθρωπότητα, και αυτή είναι η ιδέα που θα σε κατευθύνει στην έρευνα σου. Τι γοητευτική χίμαιρα! Ποιος από μας δεν την είχε έστω και για μια στιγμή ενστερνιστεί όταν εγκατέλειψε για πρώτη φορά τον εαυτό του χάριν της επιστήμης;

Αλλά τότε, αν πραγματικά θέλεις να προσφέρεις στην ανθρωπότητα, αν το καλό του ανθρώπινου γένους είναι το ζητούμενο για σένα, θα δεις ένα τρομερό εμπόδιο να υψώνεται μπροστά σου, διότι, όσο περιορισμένη κι αν είναι η κριτική σου ικανότητα, αμέσως θα πρέπει να αντιληφθείς ότι στην κοινωνία μας σήμερα η επιστήμη αποτελεί ένα είδος πολυτελείας που κάνει την ζωή πιο ευχάριστη για τους λίγους, ενώ παραμένει εντελώς απρόσιτη για την συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων.

Έχουν περάσει περισσότερα από εκατό χρόνια από τότε που η επιστήμη θεμελίωσε αξιόπιστες θεωρίες αναφορικά με την προέλευση του κόσμου, αλλά άνθρωποι τις γνωρίζουν ή διαθέτουν την αληθινή επιστημονική ικανότητα κριτικής; Το πολύ μερικές εκατοντάδες που χάνονται μέσα στα εκατομμύρια των εκατομμυρίων ανθρώπων, σι οποίοι, σαν τους πρωτόγονους, είναι βυθισμένοι μέσα σε προλήψεις και προκαταλήψεις, κι επομένως πάντοτε πρόσφοροι να χρησιμεύσουν σαν μαριονέτες στα χέρια θρησκευτικών αγυρτών.

Ή, για να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω, ας ρίξουμε μια ματιά στο τι έχει κάνει τι επιστήμη για να οικοδομήσει ορθολογικά θεμέλια για την σωματική και ηθική υγεία. Η επιστήμη μάς λέει πώς πρέπει να ζούμε για να είμαστε υγιείς και να διατηρούμε σε καλή κατάσταση τις πυκνοκατοικημένες πόλεις μας. Αλλά μήπως δεν παραμένει κενό γράμμα μέσα στα βιβλία μας όλη η τεράστια εργασία που έχει γίνει προς αυτές τις δύο κατευθύνσεις; Όλοι γνωρίζουμε πως έτσι έχουν τα πράγματα. Και γιατί αυτό: Διότι η επιστήμη υπάρχει σήμερα μόνο για μια χούφτα προνομιούχων, διότι η κοινωνική ανισότητα. η οποία διαιρεί. την κοινωνία σε δύο τάξεις, τους μισθωτούς σκλάβους και τους εκμεταλλευτές κεφαλαιοκράτες, κάνει όλες τις σχετικές με τις συνθήκες μιας ορθολογικής ζωής διδασκαλίες να φαίνονται σαν η πιο πικρή ειρωνεία για τα 9/10 της ανθρωπότητας.

Θα μπορούσα να σου αναφέρω πάμπολλα παραδείγματα, όμως προτιμώ απλώς να σου πω: βγες έξω απ’ το εργαστήρι του Φάουστ, όπου τα μαυρισμένα από την σκόνη τζάμια μόλις που αφήνουν το φως του ήλιου να φθάσει στα βιβλία σου, και κοίταξε γύρω σου —σε κάθε βήμα σου μονάχος σου θα βρεις τις αποδείξεις που χρειάζονται για να στηριχτεί αυτός μου ο ισχυρισμός.

Σήμερα δεν χρειάζεται πλέον να συσσωρεύσουμε επιστημονικές γνώσεις και ανακαλύψεις. Το σημαντικότερο πράγμα είναι να διαδώσουμε τις αλήθειες που ήδη έχουμε κατακτήσει, να τις εφαρμόσουμε στην καθημερινή μας ζωή, να τις κάνουμε κληρονομιά όλων. Θα πρέπει να ρυθμίσουμε τα πράγματα με τέτοια σοφία, ώστε να μπορέσει ολόκληρη η ανθρωπότητα να τις αφομοιώσει και να τις εφαρμόσει, ώστε η επιστήμη να πάψει ν’ αποτελεί πολυτέλεια και να γίνει η βάση της καθημερινής ζωής. Η δικαιοσύνη το απαιτεί! Θα προσέθετα επίσης ότι το απαιτούν τα ίδια ακριβώς τα συμφέροντα της επιστήμης. Η επιστήμη τότε μόνο πραγματοποιεί αληθινή πρόοδο. Όταν οι αλήθειες της βρίσκουν περιβάλλον έτοιμο να τις δεχθεί.

Η θεωρία της μηχανικής αρχής της θερμότητας, η οποία είχε διατυπωθεί τον περασμένο αιώνα με τους ίδιους σχεδόν όρους που την έχουν διατυπώσει ο Χιρν* (Σ.τ.μ. Χιρν. Γουσταύος-Αδόλφος (1815-99). Γάλλος βιομήχανος και φυσικός. Του οφείλουμε τον προσδιορισμό του αντίστοιχου της θερμίδας στην μηχανική) και ο Κλαούζιους,( Σ.τ.μ. Κλαούζιους, Ρούντολφ-Ιούλιος (1822-88). Γερμανός φυσικομαθηματικός Διατύπωσε τον β’ νόμο της Θερμοδυναμικής (1850), και ανέπτυξε την Θεωρία κίνησης των αερίων. Εισήγαγε επίσης την εντροπία στην Θερμοδυναμική) ήταν θαμμένη στα ακαδημαϊκά αρχεία επί 80 χρόνια, ώσπου να διαδοθεί ευρέως μια τέτοια γνώση της φυσικής που να αρκεί για να δημιουργήσει ένα κοινό ικανό να την δεχθεί. Χρειάστηκε να περάσουν τρεις ολόκληρες γενιές ώσπου να μπορέσουν να γίνουν ευνοϊκά δεκτές από τα εγγόνια τους και να αναγνωρισθούν από τους σοφούς ακαδημαϊκούς οι ιδέες του Δαρβίνου για την εξέλιξη των ειδών, αλλά, ακόμη και τότε, αυτό συνέβη με την πίεση της κοινής γνώμης. Ο φιλόσοφος, όπως ο ποιητής και ο καλλιτέχνης, πάντοτε αποτελεί προϊόν της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει και κινείται.

Αλλά εάν είσαι διαποτισμένος με αυτές τις ιδέες, αντιλαμβάνεσαι ότι πρώτα απ’ όλα είναι ανάγκη να αλλάξει ριζικά αυτή η κατάσταση πραγμάτων, η οποία καταδικάζει σήμερα τον σοφό να είναι παραφουσκωμένος με επιστημονικές αλήθειες, όλη δε σχεδόν την υπόλοιπη ανθρωπότητα να παραμένει στην ίδια κατάσταση που βρισκόταν πριν από πέντε ή δέκα αιώνες —δηλαδή στην κατάσταση των σκλάβων και των μηχανών που δεν μπορούν να προσαρμοσθούν στις καθιερωμένες αλήθειες. Την ημέρα λοιπόν που θα καταλάβεις αυτήν την μεγάλη, ανθρώπινη και κατάφωρη επιστημονική αλήθεια, την ημέρα εκείνη θα χάσεις το ενδιαφέρον σου για την καθαρή επιστήμη. Θα αρχίσεις να δουλεύεις για ν’ ανακαλύψεις τα μέσα που θα επηρεάσουν αυτόν τον μετασχηματισμό, αν δε, φέρεις στις έρευνές σου εκείνη την αμεροληψία που σε καθοδηγούσε στις επιστημονικές σου έρευνες, αναγκαστικά Θα υιοθετήσεις τις σοσιαλιστικές ιδέες, θα δώσεις τέλος στα σοφίσματα και θα έρθεις μαζί μας. Απηυδισμένος απ’ το να δουλεύεις εσύ για να περνάει καλά αυτή η μικρή ομάδα που ήδη βέβαια απολαμβάνει τα πάντα— θα αφοσιωθείς στην Υπόθεση, θέτοντας τις γνώσεις σου στην υπηρεσία των καταπιεζομένων.

Και να είσαι βέβαιος πως το αίσθημα ότι εκπληρώνεις το καθήκον σου και η πραγματική συμφωνία αισθημάτων και έργων σου, θα σε βοηθήσουν τότε να ανακαλύψεις μέσα σου δυνάμεις των οποίων την ύπαρξη ούτε καν είχες ποτέ φανταστεί. Και όταν μια μέρα —όχι πολύ μακριά στο μέλλον— όταν μια μέρα, επαναλαμβάνω, θα έχει συντελεσθεί η αλλαγή για την οποία μοχθείς, τότε η επιστήμη, αντλώντας νέες δυνάμεις από την συλλογική επιστημονική εργασία και από την μεγάλη βοήθεια που θα της δώσουν στρατιές ολόκληρες εργατών οι οποίοι θα έρθουν να θέσουν την ενεργητικότητά τους στην υπηρεσία της, θα κάνει ένα νέο άλμα προς τα εμπρός, με το οποίο συγκρινόμενη η σημερινή αργή πρόοδος θα μοιάζει σαν μία απλή μαθηματική άσκηση. Τότε θα απολαύσεις την επιστήμη, όταν η απόλαυση αυτή θα είναι κοινή για όλους.

Προς τους δικηγόρους

Αν ολοκλήρωσες τις νομικές σπουδές σου και πρόκειται να ενταχθείς στο δικηγορικό σώμα, πιθανόν κι εσύ να κάνεις όνειρα για την μελλοντική σου δραστηριότητα — υποθέτω ότι διαθέτεις ένα από τα ευγενέστερα πνεύματα, ότι γνωρίζεις πολύ καλά τι σημαίνει φιλαλληλία. ‘Ίσως να σκέπτεσαι κάπως έτσι: «Υπάρχει ευγενέστερη σταδιοδρομία από το να αφιερώσω την ζωή μου σ’ έναν συνεχή και ακατάβλητο αγώνα ενάντια σε κάθε αδικία, από το να ασκήσω όλες μου τις ικανότητες για να πραγματοποιηθεί ο θρίαμβος του νόμου, η δημόσια έκφραση της υπέρτατης δικαιοσύνης;». Και βγαίνεις στην ζωή έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και στο επάγγελμα που διάλεξες. Πολύ ωραία! Ας ανοίξουμε τώρα μια οποιαδήποτε σελίδα των δικαστικών χρονικών και ας δούμε τι έχει να σου πει η αληθινή ζωή.

Εδώ έχουμε έναν πλούσιο γαιοκτήμονα. Ζητά να κάνει έξωση σ’ έναν αγρότη ενοικιαστή του που δεν έχει να πληρώσει το νοίκι. Από νομικής απόψεως, η υπόθεση είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση. Αφού ο φτωχός αγρός της δεν μπορεί να πληρώσει, θα πρέπει να φύγει. Αν αναλύσουμε όμως το θέμα, ιδού τι θα ανακαλύψουμε. Ο γαιοκτήμονας έχει κατασπαταλήσει τα ενοίκια που εισέπραττε, επιδιδόμενος επιπόλαια σε γλέντια, ενώ ο αγρότης εργαζόταν σκληρά όλη μέρα, κάθε μέρα. Ο γαιοκτήμονας δεν έκανε τίποτα για να βελτιώσει τα χωράφια του. Παρ’ όλα αυτά όμως, μέσα σε πενήντα χρόνια η αξία τους τριπλασιάστηκε χάρη στην αύξηση της αξίας της γης που οφειλόταν στην κατασκευή ενός σιδηροδρομικού και ενός νέου οδικού δικτύου, στην αποξήρανση ενός βάλτου, καθώς και στην περίφραξη και στην καλλιέργεια εγκαταλελειμμένων εκτάσεων.

Ο ενοικιαστής όμως, που συνετέλεσε τα μάλα σε αυτήν την αύξηση, έχει καταστραφεί. ‘Έπεσε στα νύχια τοκογλύφων και πνίγεται στα χρέη. Δεν μπορεί πλέον να πληρώσει τον γαιοκτήμονα. Ο νόμος, που πάντοτε υποστηρίζει την ιδιοκτησία, είναι σαφέστατος: το δίκιο βρίσκεται με το μέρος του γαιοκτήμονα. Εσύ τώρα, που το αίσθημα δικαιοσύνης μέσα σου δεν έχει ακόμη στραγγαλιστεί από τα νομικά τερτίπια, τι θα κάνεις; Θα υποστηρίξεις ότι ο αγρότης πρέπει να πεταχτεί στους πέντε δρόμους επειδή έτσι προστάζει ο νόμος, ή θα υποστηρίξεις ότι ο γαιοκτήμονας θα πρέπει να επιστρέψει στον αγρότη ολόκληρο το ποσόν της αύξησης της αξίας της ιδιοκτησίας του που οφείλεται ακριβώς στην δουλειά του αγρότη; Αυτό δεν επιβάλλει η δικαιοσύνη; Τίνος το μέρος θα πάρεις; Υπέρ του νόμου και ενάντια στην δικαιοσύνη ή υπέρ της δικαιοσύνης και ενάντια στον νόμο; Και όταν οι εργάτες απεργήσουν ενάντια στα αφεντικά τους δίχως προειδοποίηση, με τίνος το μέρος θα πας; Με το μέρος του νόμου, δηλαδή με το μέρος του εργοδότη, ο οποίος, επωφελούμενος από μια περίοδο κρίσης, έχει πραγματοποιήσει υπέρογκα κέρδη, ή ενάντια στον νόμο και με το μέρος των εργατών, οι οποίοι όλο αυτό το διάστημα δεν πήραν τίποτε άλλο παρά μόνο μισθούς πείνας, βλέποντας τις γυναίκες και τα παιδιά τους να σβήνουν μπροστά στα μάτια τους;

Θα υποστηρίξεις αυτήν την μορφή στρεψοδικίας που συνίσταται στην επιβεβαίωση της «ελευθερίας των συμβάσεων»; Ή θα υποστηρίξεις την ισότητα σύμφωνα με την οποία ένα συμβόλαιο που συνάπτεται ανάμεσα σ’ έναν καλοζωισμένο άνθρωπο και σ’ έναν άνθρωπο που πουλάει την εργασία του για να μπορέσει απλώς να επιβιώσει, ανάμεσα στον ισχυρό και τον αδύναμο. δεν έχει καμιά ισχύ; Ας δούμε μία ακόμη περίπτωση. Μια μέρα στο Λονδίνο ένας άνθρωπος έκοβε βόλτες έξω από ένα κρεοπωλείο. Ξαφνικά αρπάζει ένα φιλέτο και το βάζει στα πόδια. Αφού τον έπιασαν και τον ανέκριναν, αποκαλύφθηκε πως ήταν ένας τεχνίτης που είχε μείνει άνεργος, και πως αυτός και η οικογένειά του είχαν να φάνε εδώ και τέσσερις μέρες. Παρακάλεσε τον χασάπη να μην τον καταγγείλει. αλλά εκείνος ενδιαφερόταν μόνο για τον θρίαμβο της δικαιοσύνης! Τον κατήγγειλε, και ο δυστυχής καταδικάστηκε σε έξι μήνες φυλακή. Έτσι θέλησε η τυφλή θεά Θέμις!

Άραγε, δεν εξεγείρεται η συνείδησή σου ενάντια στον νόμο και την κοινωνία, όταν καθημερινά ακούς να απαγγέλλονται παρόμοιες αποφάσεις; Ή, πάλι, θα ζητήσεις να εφαρμοσθεί ο νόμος ενάντια σ’ εκείνον τον άνθρωπο ο οποίος, έχοντας ζήσει μέσα σε άθλιες συνθήκες από τα παιδικά του χρόνια και έχοντας φθάσει σε ώριμη ηλικία χωρίς ποτέ να έχει ακούσει ούτε μια λέξη συμπάθειας, τελειώνει την «καριέρα» του δολοφονώντας τον γείτονά του για να τον ληστέψει; Θα ζητήσεις τον θάνατό του, ή, ακόμη χειρότερα, την καταδίκη του σε είκοσι χρόνια φυλάκιση, ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι πρόκειται μάλλον για άρρωστο παρά για εγκληματία και ότι οπωσδήποτε για το έγκλημά του ευθύνεται ολόκληρη η κοινωνία μας;

Άραγε, θα ζητήσεις να ριχτούν στα μπουντρούμια εκείνοι οι εργάτες σι οποίοι, σε μια στιγμή απόγνωσης, έβαλαν φωτιά στο εργοστάσιο στο οποίο δούλευαν; Θα ζητήσεις να τιμωρηθεί με ισόβια εκείνος ο άνθρωπος που πυροβόλησε έναν εστεμμένο κακούργο; Θα ζητήσεις την εκτέλεση κάποιων επαναστατών, επειδή ύψωσαν στα οδοφράγματα την σημαία του μέλλοντος;

Όχι, χίλιες φορές όχι!

Αν κρίνεις αντί να επαναλαμβάνεις μηχανικά αυτά που σου δίδαξαν, αν αναλύσεις τον νόμο και τον απογυμνώσεις από τους νεφελώδεις μύθους με τους οποίους τον σκέπασαν για να κρύψουν την πραγματική του καταγωγή που είναι το δίκιο του ισχυρού, και την ουσία του που ανέκαθεν υπήρξε η επισημοποίηση όλων των τυραννιών που επιβλήθηκαν στην ανθρωπότητα μέσα στην μακροχρόνια και αιματοβαμμένη ιστορία της — όταν θα τα έχεις καταλάβει όλα αυτά, η περιφρόνησή σου για τον νόμο θα είναι πράγματι βαθύτατη

Θα καταλάβεις ότι το να παραμένεις υπηρέτης του γραπτού νόμου, σημαίνει πως καθημερινά στρέφεσαι ενάντια στον νόμο της συνείδησης, επιδιδόμενος σε ανούσια παζαρέματα.

Επειδή δε η πάλη αυτή δεν μπορεί να συνεχισθεί επί πολύ, ή θα καταπνίξεις την συνείδησή σου και θα γίνεις ένας παλιάνθρωπος, ή θα κόψεις κάθε δεσμό που σε συνδέει με την παράδοση και θα έρθεις να δουλέψεις μαζί μας για την ολοκληρωτική καταστροφή όλης αυτής της αδικίας —οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής.

Τότε όμως, αυτό θα σημαίνει ότι έγινες σοσιαλιστής, ότι έγινες επαναστάτης!

Προς τους μηχανικούς

Κι εσένα, νεαρέ μηχανικέ μου, που ονειρεύεσαι να απαλύνεις κάπως τον μόχθο του εργάτη εφαρμόζοντας τις επιστημονικές εφευρέσεις στην βιομηχανία, τι φρικτή απογοήτευση, τι πίκρες σε περιμένουν!

Αφιερώνεις την νεανική ενέργεια του πνεύματός σου για να σχεδιασθεί ένας σιδηρόδρομος ο οποίος, στριφογυρνώντας γύρω από τις άκρες των γκρεμών και διαπερνώντας την καρδιά τεράστιων βουνών, θα συνδέσει δύο τόπους χωρισμένους από την φύση. Αλλά όταν κάποτε ολοκληρωθεί το σχέδιο και μπει σε εφαρμογή, θα δεις μιλιούνια ολόκληρα εργατών, αποδεκατισμένων από τις στερήσεις και την αρρώστια, μέσα σ’ αυτές τις καταθλιπτικές σήραγγες. Θα δεις κάποιους άλλους να επιστρέφουν σπίτι τους, φέρνοντας μαζί τους λίγα μόνο ψίχουλα και το σπέρμα της φθίσης.

Θα δεις ανθρώπινα πτώματα σε κάθε γιάρδα της γραμμής — αποτέλεσμα αισχρής απληστίας — και τελικώς, όταν θ’ αρχίσει να λειτουργεί η γραμμή, θα την δεις να χρησιμοποιείται ως κεντρική αρτηρία για την μεταφορά των κανονιών ενός επιθετικού στρατού.

Εσύ, από την άλλη, αφιερώνεις τα νιάτα σου σε μια ανακάλυψη που σκοπό έχει να απλοποιήσει την παραγωγή· μετά από πολλές προσπάθειες, πολλά ξενύχτια, έχεις επιτέλους στα χέρια σου αυτήν την πολύτιμη εφεύρεση. Την θέτεις σε λειτουργία και το αποτέλεσμα ξεπερνά τις προσδοκίες σου. Δέκα, είκοσι χιλιάδες άνθρωποι απολύονται από την δουλειά τους, ενώ όσοι απομένουν, στην πλειοψηφία τους παιδιά, υποβιβάζονται στο επίπεδο απλών μηχανών! Τρεις, τέσσερις, δέκα ίσως καπιταλιστές θα τα οικονομήσουν και θα το γιορτάσουν πίνοντας σαμπάνια. Αυτό ήταν τ’ όνειρό σου;

Τέλος, καθώς μελετάς τα τελευταία βιομηχανικά επιτεύγματα, βλέπεις ότι η μοδίστρα δεν κέρδισε τίποτε, απολύτως τίποτε, από την εφεύρεση της ραπτομηχανής. Ότι ο εργάτης που δουλεύει στο τούνελ του Σαιν (τοποθεσία στις Άλπεις, στην ΝΑ. Ελβετία) πεθαίνει από αγκύλωση παρά την εφεύρεση του διαμαντοτρύπανου. Ότι ο οικοδόμος και ο μεροκαματιάρης βρίσκονται χωρίς δουλειά όπως και πριν, παρά την ανακάλυψη του αναβατήρα από τον Ζιφάρ.( Ζιφάρ, Ανρί (1825-82). Γάλλος μηχανικός και εφευρέτης)

Αν συλλογίζεσαι τα κοινωνικά προβλήματα με την ίδια πνευματική ανεξαρτησία που σε οδήγησε στις τεχνικές σου έρευνες, θα καταλήξεις υποχρεωτικά στο συμπέρασμα ότι, υπό το κράτος της ατομικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής σκλαβιάς, κάθε νέα εφεύρεση αντί να αυξάνει την ευημερία του εργάτη, κάνει χειρότερη την σκλαβιά του, πιο εξευτελιστική την εργασία του, συχνότερες τις περιόδους αναδουλειάς, οξύτερη την κρίση και τον άνθρωπο που ήδη έχει στην διάθεσή του κάθε δυνατή απόλαυση, να είναι ο μόνος που κερδίζει από όλα αυτά.

Τι θα κάνεις, λοιπόν, όταν κάποτε καταλήξεις σε αυτό το συμπέρασμα; Ένα από τα δύο: ή θ’ αρχίσεις να καταπνίγεις την συνείδησή σου με σοφίσματα κι ύστερα, κάποια ωραία μέρα, θ’ αποχαιρετήσεις τα τίμια όνειρα της νιότης σου και θα προσπαθήσεις να αποκτήσεις για σένα τον ίδιο ό,τι προσφέρει απολαύσεις, προσχωρώντας έτσι στο στρατόπεδο των εκμεταλλευτών· ή, αν έχεις ευγενική ψυχή, θα πεις στον εαυτό σου: «Όχι, δεν είναι καιρό ς για εφευρέσεις. Ας δουλέψουμε πρώτα για ν’ αλλάξουμε το σύστημα της παραγωγής, κι ύστερα, όταν δοθεί ένα τέλος στην ατομική ιδιοκτησία και στην μισθωτή εργασία, κάθε νέα πρόοδος της βιομηχανίας θα είναι για το καλό όλης της ανθρωπότητας. Και τότε, όλες αυτές σι μάζες των εργατών που σήμερα δεν είναι παρά απλές μηχανές, θα γίνουν σκεπτόμενα όντα που θα εφαρμόζουν την εξυπνάδα τους στην βιομηχανία, δυναμωμένα από την μελέτη κι εξασκημένα από την χειρωνακτική εργασία. ‘Έτσι, και η τεχνολογική πρόοδος θα κάνει ένα άλμα προς τα εμπρός, πραγματοποιώντας μέσα σε πενήντα χρόνια όσα σήμερα δεν μπορούμε ούτε καν να ονειρευτούμε…

Προς τους δασκάλους

Τι να πω επίσης στον δάσκαλο —όχι σ’ εκείνον που θεωρεί το επάγγελμά του βαρετό. αλλά σ’ εκείνον ο οποίος, όταν περιβάλλεται από μια εύθυμη παρέα νέων, αισθάνεται αγαλλίαση από τα χαρούμενα πρόσωπα και τα ζωηρά γέλια τους; Σ’ εκείνον που προσπαθεί να φυτέψει στα κεφαλάκια τους τις ιδέες του ανθρωπισμού τις οποίες και ο ίδιος αγάπησε όταν ήταν νέος;

Συχνά όταν σε βλέπω λυπημένο, ξέρω την αιτία της θλίψης σου. Σήμερα, ο πιο αγαπημένος σου μαθητής, ο οποίος δεν είναι και πολύ καλός στα Λατινικά αλλά έχει μια υπέροχη καρδιά, διηγιόταν με ενθουσιασμό την ιστορία του Γουλιέλμου Τέλου. Με βουρκωμένα μάτια, έμοιαζε σαν να θέλει να εξαφανίσει όλους τους τυράννους που πέρασαν ποτέ απ’ αυτήν την γη, ενώ με απέραντο πάθος απήγγειλε τους φλογερούς στίχους του Σίλερ: «Μπροστά στον σκλάβο που σπάζει τα δεσμά του, μπροστά σ άνθρωπο ελεύθερο, μην τρέμεις!»

Αλλά όταν γύρισε σπίτι του, oι γονείς του και ο θείος του τον κατσάδιασαν άγρια για την έλλειψη σεβασμού που είχε επιδείξει μπροστά σε κάποιον υπουργό ή στον τοπικό χωροφύλακα. Τον έψελναν επί ώρες μιλώντας του «για σύνεση, σεβασμό απέναντι στην εξουσία, υποταγή στους ανωτέρους του» ώσπου παράτησε στην άκρη τον Σίλερ για να μελετήσει την τέχνη με την οποία θα προοδεύσει στον κόσμο.

Κι έπειτα, χθες ακόμη, έμαθες ότι οι καλύτεροι μαθητές σου έχουν πάρει κακό δρόμο. Ο ένας δεν κάνει τίποτ’ άλλο παρά να ονειρεύεται τα γαλόνια του αξιωματικού, ο άλλος μαζί με τ’ αφεντικό του κλέβει τον πενιχρό μισθό των εργατών, κι εσύ, που τόσες ελπίδες έτρεφες γι’ αυτούς τους νέους, συλλογίζεσαι τώρα την θλιβερή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην ζωή και το ιδανικό σου.

Συνεχώς συλλογίζεσαι αυτήν την αντίφαση. Ωστόσο προβλέπω ότι σε δύο χρόνια το πολύ, αφού θα έχεις περάσει την μια απογοήτευση μετά την άλλη, θα βάλεις τους αγαπημένους σου συγγραφείς στο ράφι και θα καταλήξεις να πεις ότι ο Τέλος ήταν πράγματι ένας πολύ τίμιος άνθρωπος, αλλά πέραν τούτου . . .ουδέν· ότι η ποίηση αποτελεί μια πρώτης τάξεως απασχόληση για τις ώρες της σχόλης, ιδιαίτερα όταν ένας άνθρωπος διδάσκει την απλή μέθοδο των τριών όλη μέρα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, οι ποιητές πάντα αεροβατούν, ενώ οι στίχοι τους δεν έχουν Καμία σχέση με την σημερινή ζωή, ούτε με την επόμενη επίσκεψη του σχολικού επιθεωρητή…

‘Η, ο άλλος δρόμος είναι τα όνειρα της νιότης σου να γίνουν οι ακλόνητες πεποιθήσεις της ώριμης ηλικίας σου, να θέλεις να υπάρχει μια ευρύτατη, ανθρώπινη εκπαίδευση για όλους, μέσα στο σχολείο κι έξω απ’ αυτό· διαπιστώνοντας όμως ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον υπό τις κρατούσες συνθήκες, θα επιτεθείς στα ίδια ακριβώς τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας.

Τότε, το Υπουργείο Παιδείας θα σε απολύσει και θα αναγκαστείς να εγκαταλείψεις το σχολείο σου και, προσχωρώντας στο στρατόπεδό μας, θα γίνεις ένας από μας. Θα πεις σε ανθρώπους που είναι μεγαλύτεροι από σένα αλλά που έχουν πετύχει λιγότερα στην ζωή τους, πόσο ελκυστική είναι η γνώση, πώς θα έπρεπε να είναι η ανθρωπότητα αλλά και τι θα μπορούσαμε να ήμαστε.

Θα έρθεις και θα εργαστείς μαζί με τους σοσιαλιστές για τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του κυρίαρχου συστήματος. Θ’ αγωνιστείς στο πλευρό μας για να πετύχουμε την αληθινή ισότητα, την αληθινή αδελφοσύνη και την απεριόριστη ελευθερία για όλο τον κόσμο.

Προς τους καλλιτέχνες

Εσύ νεαρέ καλλιτέχνη, γλύπτη, ζωγράφε, ποιητή, μουσικέ, δεν παρατηρείς τώρα τελευταία ότι λείπει στους σημερινούς ανθρώπους η ιερή φλόγα που ενέπνεε κάποτε τους προδρόμους σου; Ότι η σημερινή τέχνη είναι κοινότοπη και ότι παντού επικρατεί η μετριότητα;

Θα μπορούσε άραγε να είναι αλλιώς; Η απόλαυση της ανακάλυψης του αρχαίου κόσμου, του αναβαπτίσματος στις δροσερές πηγές της φύσης η οποία δημιούργησε τα αριστουργήματα της Αναγέννησης. δεν υφίσταται πλέον για την σημερινή τέχνη. Το επαναστατικό ιδανικό την έχει αφήσει έως τώρα ψυχρή. Και αφού απέτυχε το ένα ιδανικά, η τέχνη φαντάζεται πως έχει ανακαλύψει κάποιο άλλο στον ρεαλισμό, όταν σήμερα πασχίζει να μας παρουσιάσει έγχρωμες φωτογραφίες της δροσιάς που σταλάζει πάνω στα φύλλα των δέντρων, να μιμηθεί τα μούσκουλα του ποδιού μιας αγελάδας, ή να μας περιγράψει με ακρίβεια, με τον πεζό λόγο ή την ποίηση, την μπόχα ενός οχετού ή την τουαλέτα μιας κοκότας. Κι εύλογα θα ρωτήσεις: «Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι μπορούμε να κάνουμε;».

Αν, απαντώ, η ιερή φλόγα που ισχυρίζεσαι ότι διαθέτεις, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα σβησμένο λυχνάρι, τότε θα συνεχίσεις να κάνεις ό,τι έκανες, ενώ η τέχνη σου γρήγορα θα εκφυλισθεί σε τέχνη διακοσμητή εμπορικών καταστημάτων, προμηθευτή μελοδραματικών έργων για οπερέτες τρίτης κατηγορίας και ιστοριών για χριστουγεννιάτικα βιβλία. Οι περισσότεροι από τους συναδέλφους σου έχουν ήδη περάσει σ’ αυτήν την φάση, χωρίς να το ‘χουν καταλάβει…

Αν όμως η καρδιά σου χτυπάει ταυτόχρονα μ’ εκείνη της ανθρωπότητας, αν, σαν αληθινός ποιητής, διαθέτεις ένα αυτί αφιερωμένο στην ζωή, τότε, ατενίζοντας την θάλασσα της θλίψης τα κύματα της οποίας σαρώνουν τα πάντα γύρο σου, απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους που πεθαίνουν από την πείνα, μπροστά σ’ αυτά τα πτώματα που φτιάχνουν λόφους στα ορυχεία και μπροστά σ’ αυτά τα ακρωτηριασμένα κορμιά που είναι σωριασμένα στα χαρακώματα. έχοντας πλήρη συνείδηση του μάταιου χαρακτήρα της μάχης που διεξάγεται, ανάμεσα στις σπαρακτικές κραυγές πόνου των νικημένων και τα όργια των νικητών, μπροστά στον ηρωισμό απέναντι στην δειλία, στον ευγενή ενθουσιασμό απέναντι στην αξιοπεριφρόνητη πανουργία, δεν μπορείς πλέον να μένεις ουδέτερος. Θα έρθεις και θα ταχθείς με το μέρος των καταπιεζομένων διότι ξέρεις ότι το ωραίο, το ιδεώδες, το ίδιο το πνεύμα της ζωής, βρίσκεται με το μέρος εκείνων που αγωνίζονται για το φως, τον ανθρωπισμό, την δικαιοσύνη!

Τι μπορείτε να κάνετε

Επιτέλους με διακόπτεις και με ρωτάς: «Αν η καθαρή επιστήμη είναι πολυτέλεια και η ιατρική επιστήμη σκέτη απάτη, αν ο νόμος θεσπίζει την αδικία και μια τεχνολογική εφεύρεση δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα όργανο εκμετάλλευσης, αν το σχολείο, όντας πολύ μακριά από την σοφία του “πρακτικού ανθρώπου”, είναι βέβαιο πως θα ξεπεραστεί, και αν η τέχνη δίχως την επαναστατική ιδέα δεν μπορεί παρά να εκφυλισθεί —τότε, τι μου απομένει να κάνω;».

‘Ένα σοβαρό και πολύ συναρπαστικό καθήκον, ένα έργο στο οποίο οι πράξεις σου θα βρίσκονται σε απόλυτη αρμονία με την συνείδησή σου, ένα έργο ικανό να διεγείρει τις πιο ευγενικές και ρωμαλέες φύσεις. Τι είδους έργο; Θα σου εξηγήσω αμέσως.

Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά σου. Μπορείς ή να καταπνίξεις για πάντα την συνείδησή σου και να καταλήξει μια μέρα να πεις: «Ας πάει στο διάβολο η ανθρωπότητα! Εγώ θα χαίρομαι όλες τις απολαύσεις όσο οι άνθρωποι θα είναι αρκετά ηλίθιοι ώστε να μ’ αφήνουν να το κάνω». Ή, σε διαφορετική περίπτωση, θα προσχωρήσεις στις τάξεις των σοσιαλιστών και θα δουλέψεις μαζί τους για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό είναι το λογικό επακόλουθο της ανάλυσης που έχουμε κάνει. Αυτό είναι το λογικό συμπέρασμα στο οποίο θα πρέπει να καταλήξει κάθε έξυπνο άτομο, δεδομένου ότι κρίνει αμερόληπτα τα πράγματα που βλέπει γύρω του, και αγνοεί τα σοφίσματα που του υποβάλλει η μικροαστική του μόρφωση και σι συμφεροντολογικές απόψεις των φίλων του.

Αν λοιπόν καταλήξει κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα, αμέσως μετά ως λογικό επακόλουθο τίθεται το εξής ερώτημα: «Τι πρέπει να κάνω;». Η απάντηση είναι απλή: να εγκαταλείψεις το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι και στο οποίο συνήθως μιλούν για τους εργάτες σαν να είναι ένα κοπάδι κτήνη. Πήγαινε κοντά στον λαό και το πρόβλημα θα λυθεί από μόνο του.

Θα ανακαλύψεις ότι παντού, στην Αγγλία όπως και στην Γερμανία, στην Ιταλία όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οπουδήποτε υπάρχουν προνομιούχοι και απόκληροι. έχει αναπτυχθεί ένα τεράστιο κίνημα μέσα στην εργατιά, σκοπός του οποίου είναι να καταστρέψει μια για πάντα την σκλαβιά που επιβλήθηκε από τους καπιταλιστές και να οικοδομήσει τα θεμέλια μιας νέας κοινωνίας η οποία θα βασίζεται στις αρχές της δικαιοσύνης και της ισότητας.

Σήμερα ο λαός δεν αρκείται πλέον στο να διοχετεύει την δυστυχία του σ’ εκείνα τα σπαραξικάρδια τραγουδάκια που τραγουδούσαν οι δουλοπάροικοι του 18ου αιώνα.

Σήμερα εργάζεται, έχοντας πλήρη συνείδηση των πράξεών του και ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο για την χειραφέτησή του. Η σκέψη του είναι διαρκώς προσηλωμένη στην εξέταση τού τι πρέπει να γίνει, ούτως ώστε να μπορέσει η ζωή να είναι ευλογία για όλους, αντί απλώς να αποτελεί κατάρα για τα του ανθρώπινου γένους. Ασχολείται με τα δυσκολότερα προβλήματα της κοινωνιολογίας και προσπαθεί να τα επιλύσει με την υγιή κοινή λογική, την παρατηρητικότητα και την πικρή πείρα του.

Προσπαθεί να σχηματίσει ομάδες και να οργανωθεί για να καταλήξει σε μια κοινή κατανόηση με τους συντρόφους του στην δυστυχία. Ιδρύει σωματεία που συντηρούνται από πενιχρές συνδρομές. προσπαθεί να συνάψει δεσμούς με τους συντρόφους του από άλλες χώρες και κάνει περισσότερα απ’ ό,τι όλοι οι μεγαλόστομοι φιλάνθρωποι μαζί για να επισπεύσει τον ερχομό της ημέρας που θα εξαφανισθούν σι πόλεμοι ανάμεσα στα διάφορα έθνη. Κάνει ό,τι μπορεί για να είναι ενήμερος για το τι κάνουν τ’ αδέλφια του, να βελτιώσει τις σχέσεις του μαζί τους, να επεξεργασθεί και να διαδώσει τις ιδέες του και να συντηρήσει, με μεγάλες στερήσεις, τον εργατικό Τύπο. Τι ακατάπαυστος αγώνας, τι ακατάπαυστη δουλειά χρειάζεται για να συνεχίσει! Άλλοτε για να καλύψει τα κενά που δημιούργησε η λιποταξία, αποτέλεσμα της κούρασης, της διαφθοράς και των διώξεων, άλλοτε για να αναδιοργανώσει τις τάξεις του που έχουν αποδεκατιστεί από τα τουφέκια και τα πολυβόλα, και κάποιες άλλες φορές για να ανακεφαλαιώσει μελέτες που διακόπηκαν ξαφνικά εξ αιτίας μιας συμφοράς.

Οι εφημερίδες διευθύνονται από ανθρώπους οι οποίοι κατόρθωσαν να αρπάξουν από την κοινωνία λίγα ψίχουλα γνώσης, στερούμενοι τον ύπνο και την τροφή τους. Η αγκιτάτσια στηρίζεται στο υστέρημα των εργατών που έχει εξοικονομηθεί από τα αμέσως απαραίτητα για την συντήρησή τους.

Και όλα αυτά τεκταίνονται υπό την σκιά τού διαρκούς φόβου να δουν τις οικογένειές τους να οδηγούνται στην λιμοκτονία, μόλις το αφεντικό καταλάβει ότι ο εργάτης, ο δούλος του, είναι σοσιαλιστής. Αυτά είναι όσα θα δεις, αν πας κοντά στον λαό. Και σ’ αυτόν τον συνεχή αγώνα, πόσες φορές ο εργάτης, πιεζόμενος υπό το βάρος των δυσκολιών, δεν έχει μάταια αναρωτηθεί:

«Πού είναι τώρα εκείνοι οι νέοι που μορφώθηκαν με δικά μας έξοδα; Που τους ντύσαμε και τους ταΐσαμε όταν σπούδαζαν; Για ποιόν χτίσαμε αυτά τα σπίτια, αυτά τα μουσεία, αυτές τις ακαδημίες, με τις πλάτες γερμένες απ’ το βαρύ φορτίο και το στομάχι άδειο; Για ποιόν τυπώσαμε, κατάχλωμοι, αυτά τα ωραία βιβλία που εμείς δεν μπορούμε να διαβάσουμε; Πού είναι αυτοί οι καθηγητάδες που ενώ λένε ότι κατέχουν την επιστήμη του ανθρωπισμού, απ’ την άλλη πιστεύουν ότι το ανθρώπινο γένος αξίζει όσο ένα σπάνιο είδος κάμπιας; Πού είναι όλοι εκείνοι που μιλούν για ελευθερία, αλλά ποτέ δεν εξεγέρθηκαν για να υπερασπίσουν την δική μας που ποδοπατιέται καθημερινά; Αυτοί οι συγγραφείς, αυτοί οι ποιητές, αυτοί οι ζωγράφοι — κοντολογίς, όλη εκείνη η συμμορία των υποκριτών που μιλάει για τον λαό με δάκρυα στα μάτια, αλλά που όμως ποτέ δεν μας πλησιάζει για να μας βοηθήσει στην δουλειά μας;».

Ορισμένοι απολαμβάνουν με ικανοποίηση την κατάσταση της δειλής αδιαφορίας τους· κάποιοι άλλοι, που είναι και οι περισσότεροι, περιφρονούν τον «όχλο» κατ είναι πάντα έτοιμοι να του επιτεθούν, αν τολμήσει να θίξει τα προνόμιά τους.

Κάπου-κάπου είναι αλήθεια, εμφανίζεται στο προσκήνιο κάποιος νέος άνθρωπος που ονειρεύεται θριάμβους και οδοφράγματα και αποζητά συνταρακτικά γεγονότα και καταστάσεις, που όμως εγκαταλείπει τον λαϊκό σκοπό αμέσως μόλις καταλάβει ότι είναι μακρύς ο δρόμος που οδηγεί στα οδοφράγματα, ότι οι δάφνες, στις οποίες αποβλέπει όταν νικήσει, είναι ανακατεμένες στον δρόμο με αγκάθια. Γενικώς τέτοιοι άνθρωποι είναι φιλόδοξοι τυχοδιώκτες σι οποίοι, αφού αποτύχουν στην πρώτη τους απόπειρα, επιδιώκουν ν’ αρπάξουν τις ψήφους του λαού, ενώ αργότερα θα είναι οι πρώτοι που θα τον απαρνηθούν αν τολμήσει να εφαρμόσει τις αρχές που οι ίδιοι υποστήριζαν. Πιθανότατα, μάλιστα, να στρέψουν ακόμη και τα κανόνια εναντίον του προλεταριάτου, αν τολμήσει να κινηθεί προτού αυτοί, οι ηγέτες, τού δώσουν το σύνθημα.

Πρόσθεσε ακόμη σε όλα αυτά και τις ηλίθιες προσβολές, την υπεροπτική περιφρόνηση και τις δειλές συκοφαντίες εκ μέρους πολλών και θα έχεις την εικόνα της όλης βοήθειας που προσφέρει η νεολαία της αστικής τάξης στην κοινωνική ανέλιξη του λαού.

Και μετά απ’ όλα αυτά εξακολουθείς να ρωτάς «τι να κάνω» όταν δεν έχει γίνει τίποτε! Όταν υπάρχει μια ολόκληρη στρατιά νέων που μπορούν να βρουν τεράστιο πεδίο για να διοχετεύσουν όλη την ορμή της νεανικής τους ζωντάνιας και την μεγάλη δύναμη του νου και των ικανοτήτων τους, για να βοηθήσουν τον λαό στο τεράστιο έργο που έχει αναλάβει!

Τι να κάνουμε. Ακούστε εσείς, οι εραστές της καθαρής επιστήμης: αν έχετε κατανοήσει τις αρχές του σοσιαλισμού. αν έχετε συνειδητοποιήσει το πραγματικό νόημα της επανάστασης που και τώρα ακόμη χτυπά την πόρτα σας δεν βλέπετε ότι ολόκληρη η επιστήμη πρέπει να αναπλασθεί και να εναρμονισθεί με τις νέες αρχές: Η επιστήμη είναι το έργο σας να πραγματοποιήσετε σε αυτόν τον τομέα μια επανάσταση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που πραγματοποιήθηκε σε κάθε επιστημονικό κλάδο κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα.

Δεν αντιλαμβάνεσθε πως η ίδια η Ιστορία που σήμερα μοιάζει με παραμύθια της γιαγιάς για μεγάλους βασιλιάδες, μεγάλους πολιτικούς και σπουδαία κοινοβούλια θα πρέπει να ξαναγραφτεί από την λαϊκή σκοπιά και να περιγράψει την μακρόχρονη εξέλιξη της ανθρωπότητας;

Πως θα πρέπει να επεξεργασθείτε πάλι από την αρχή την κοινωνική οικονομία —η οποία αποτελεί σήμερα απλώς τον καθαγιασμό της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης— τόσο από την άποψη των θεμελιακών της αρχών όσο και από την άποψη των πολλαπλών εφαρμογών της;

Πως η ανθρωπολογία, η κοινωνιολογία, η ηθική, θα πρέπει να ανασχηματισθούν πλήρως και ότι οι ίδιες σι φυσικές επιστήμες, ιδωμένες από μια άλλη σκοπιά, θα πρέπει να υποστούν μια βαθιά αλλαγή, τόσο ως προς την αντίληψη των φυσικών φαινομένων όσο και ως προς την άποψη της μεθόδου ερμηνείας τους;

Πολύ ωραία! Πιάστε λοιπόν δουλειά! Διαθέστε τις ικανότητές σας στην υπηρεσία του ευγενικού σκοπού. Ιδιαίτερα βοηθήστε μας με την ξεκάθαρη λογική σας να καταπολεμήσουμε την προκατάληψη και να οικοδομήσουμε, με την βοήθειά σας, τα θεμέλια μιας καλύτερης κοινωνικής οργάνωσης. Επιπλέον, διδάξτε μας να εφαρμόζουμε στις καθημερινές συζητήσεις μας την τόλμη της γνήσιας επιστημονικής έρευνας, και δείξτε μας, όπως έκαναν οι πρόδρομοί σας, ότι ο άνθρωπος δεν διστάζει να θυσιάσει ακόμη και την ίδια του την ζωή προκειμένου να θριαμβεύσει η αλήθεια. Εσύ γιατρέ, που έχεις μάθει τον σοσιαλισμό μέσα από την πικρή σου πείρα, μη βαρεθείς να μας βροντοφωνάζεις σήμερα, αύριο και πάντα, ότι η ίδια η ανθρωπότητα θα κατρακυλήσει τάχιστα προς την παρακμή, αν ο άνθρωπος συνεχίσει να ζει και να εργάζεται κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Ότι όλα σου τα φάρμακα είναι ανίσχυρα να καταπολεμήσουν την αρρώστια, όταν η πλειονότητα των ανθρώπων διαβιώνει μέσα σε συνθήκες εντελώς αντίθετες από εκείνες που θεωρεί υγιεινές η επιστήμη. Πείσε τους ανθρώπους ότι οι αιτίες της αρρώστιας είναι αυτές που πρέπει να ξεριζωθούν και δείξε μας ό,τι χρειάζεται για να τις εξαφανίσουμε.

Έλα με το χειρουργικό σου νυστέρι και με χέρι σταθερό, κάνε για μας μια τομή σ’ αυτήν την κοινωνία που βαδίζει γοργά προς την αποσύνθεση. Πες μας πώς πρέπει να είναι μια συνετή ζωή. Επέμεινε, σαν αληθινός χειρουργός, ότι πρέπει να αποκοπεί ένα μέλος που έχει πάθει γάγγραινα για να μην μολυνθεί το υπόλοιπο σώμα.

Εσύ που εργάστηκες για την εφαρμογή της επιστήμης στην βιομηχανία, έλα και πες μας με ειλικρίνεια ποιο ήταν το αποτέλεσμα των ανακαλύψεών σου. Πείσε εκείνους που δεν τολμούν να κοιτάξουν θαρρετά το μέλλον, για τις νέες εφευρέσεις που κρύβει μέσα στην μήτρα της η γνώση που έχουμε ήδη αποκτήσει, για το τι θα μπορούσε να κάνει η βιομηχανία κάτω από καλύτερες συνθήκες, τι θα μπορούσε να παράγει εύκολα ο άνθρωπος. αν δημιουργούσε πάντοτε με την προοπτική να αυξήσει την δική του παραγωγή. Βοήθησε, λοιπόν τον λαό με την οργανωτική σου ικανότητα, αντί να χρησιμοποιείς αυτά τα προτερήματα υπέρ των εκμεταλλευτών!

Εσείς ποιητές, ζωγράφοι, γλύπτες, μουσικοί, αν καταλαβαίνετε την πραγματική σας αποστολή και τα συμφέροντα ακριβώς της ίδιας της τέχνης, ελάτε μαζί μας! Θέστε την πένα, το πινέλο, την σμίλη, τις ιδέες σας, στην υπηρεσία της επανάστασης! Περιγράψτε μας με το ζωντανό ύφος σας ή τις εντυπωσιακές εικόνες σας, τους ηρωικούς αγώνες των λαών ενάντια στους εκμεταλλευτές τους, πυρπολήστε τις καρδιές της νεολαίας μας με τον επαναστατικό εκείνο ενθουσιασμό που αναθέρμανε τις ψυχές των προγόνων μας! Πέστε στις γυναίκες πόσο ευγενική σταδιοδρομία είναι εκείνη ενός συζύγου που αφιερώνει την ζωή του στον μεγάλο σκοπό της κοινωνικής χειραφέτησης! Δείξτε στους ανθρώπους πόσο αποκρουστική είναι η καθημερινή τους ζωή και θεραπεύστε τις αιτίες αυτής της ασχήμιας. Δείξτε πόσο όμορφη θα ήταν η ζωή αν δεν αντιμετωπίζαμε σε κάθε βήμα τον παραλογισμό και την ατιμία του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.

Τέλος, όλοι εσείς που διαθέτετε γνώση, ταλέντο, ικανότητα, εργατικότητα, αν υπάρχει έστω και μία σπίθα συμπάθειας μέσα στην καρδιά σας, ελάτε μαζί με τους συντρόφους σας να προσφέρετε τις υπηρεσίες σας σ’ εκείνους που τις χρειάζονται περισσότερο. Και, αν τελικώς έρθετε, θυμηθείτε ότι έρχεσθε όχι σαν αφεντικά αλλά ως σύντροφοι μέσα στον αγώνα. Ότι δεν έρχεσθε για να κυβερνήσετε. αλλά για να δυναμώσετε τον εαυτό σας μέσα σε μια νέα ζωή που προχωρά ακάθεκτη προς την κατάκτηση του μέλλοντος. Ότι έρχεσθε λιγότερο για να διδάξετε και περισσότερο για ν’ αγκαλιάσετε τις προσδοκίες των πολλών. Να τις τιμήσετε, να τις μορφοποιήσετε, κι έπειτα να δουλέψετε δίχως ανάπαυλα και βιασύνη, με όλη την φλόγα της νιότης κι όλη την ώριμη κρίση της ηλικίας, για να τις υλοποιήσετε στην καθημερινή ζωή. Τότε και μόνο τότε θα ζήσετε μια πλήρη, ευγενική και συνετή ζωή. Τότε θα δείτε ότι κάθε σας προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση θα συνοδεύεται από άφθονους καρπούς, ενώ. μόλις παγιωθεί αυτή η ιδανική αρμονία ανάμεσα στις πράξεις και τις επιταγές της συνείδησής σας, θα αποκτήσετε δυνάμεις που ποτέ δεν είχατε φαντασθεί ότι υπάρχουν ναρκωμένες μέσα σας.

Αδιάκοπος αγώνας για την αλήθεια, την δικαιοσύνη και την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους οι οποίοι θα σας χαρίσουν όλη τους την ευγνωμοσύνη. Ποια ευγενικότερη σταδιοδρομία από αυτήν θα μπορούσαν να επιθυμήσουν οι νέοι όλων των εθνών;

Ανάλωσα πολύ χρόνο για να δείξω σε εσάς που ανήκετε στις εύπορες τάξεις ότι. σχετικά με το δίλημμα που σας θέτει η ζωή, θ’ αναγκασθείτε, αν είστε τολμηροί και ειλικρινείς, να έρθετε και να δουλέψετε μαζί με τους σοσιαλιστές και να υπερασπίσετε μέσα από τις τάξεις τους τον σκοπό της κοινωνικής επανάστασης.

Πόσο απλή είναι τελικά αυτή η αλήθεια! Όταν όμως μιλάμε σ’ αυτούς που έχουν υποστεί τις επιδράσεις του αστικού περιβάλλοντος, πόσα σοφίσματα πρέπει να καταπολεμηθούν πόσες προκαταλήψεις να ξεπερασθούν, πόσες ιδιοτελείς αντιρρήσεις να παραμερισθούν!

Προς τους νέους της εργατικής τάξης
Απευθυνόμενος τώρα σ’ εσάς, την νεολαία του λαού, είναι εύκολο να είμαι σύντομος. Η ίδια ακριβώς η πίεση των γεγονότων σάς ωθεί να γίνετε σοσιαλιστές, όσο κι αν δεν σας περισσεύει το θάρρος για να σκεφτείτε και να δράσετε.Το να αναδειχθεί κανείς μέσα από τις τάξεις των εργαζομένων και να μην αφιερώσει τον εαυτό του στην πραγματοποίηση του θριάμβου του σοσιαλισμού, σημαίνει ότι αγνοεί τα πραγματικά του συμφέροντα, ότι εγκαταλείπει τον σκοπό και την πραγματική ιστορική αποστολή του.

Άραγε θυμάσαι, όταν ήσουν ακόμη παιδί, που κάποια χειμωνιάτικη μέρα βγήκες να παίξεις στο σκοτεινό δρομάκι; Το κρύο περόνιαζε το κορμάκι σου διαπερνώντας τα λεπτά ρουχαλάκια σου, και η λάσπη γέμιζε τα τρύπια παπούτσια σου. Ακόμη και τότε, όταν έβλεπες τα χοντρομπαλάδικα, καλοντυμένα παιδιά να περνούν από μακριά κοιτάζοντάς σε με περιφρονητικό ύφος, ήξερες πολύ καλά ότι αυτά τα κακομαθημένα παιδιά δεν άξιζαν περισσότερο από σένα και τους συντρόφους σου ως προς το μυαλό, την κοινή λογική ή την ζωντάνια. Αργότερα όμως, εσύ αναγκάστηκε να κλειστείς μέσα σ’ ένα άθλιο εργοστάσιο από τις επτά η ώρα το πρωί, να μένεις ώρες ολόκληρες μπροστά σε μια διαβολομηχανή, με αποτέλεσμα να γίνεις κι ο ίδιος μηχανή, ακολουθώντας κάθε μέρα επί χρόνια ολόκληρα τον ανελέητο, μονότονο ρυθμό της —ενώ σι άλλοι όλα αυτά τα χρόνια φοιτούσαν ανέμελα σε φημισμένα σχολεία. ακαδημίες και πανεπιστήμια. Και τώρα, τα ίδια αυτά παιδιά, που είναι λιγότερο έξυπνα αλλά περισσότερο μορφωμένα από σένα, έχουν γίνει αφεντικά σου και απολαμβάνουν όλες τις χαρές της ζωής και όλα τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, ενώ εσένα, ποια μοίρα άραγε σε προσμένει;

Γυρνάς πίσω στο μικρό, σκοτεινό κι υγρό σου σπίτι, όπου πέντε-έξι άνθρωποι ζουν σαν τα ζώα μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα. Όπου η μάνα σου, τσακισμένη απ’ την ζωή, γερασμένη μάλλον από τα βάσανα παρά απ’ τον χρόνο, σου δίνει να φας μόνο ζερό ψωμί με πατάτες κι ένα μαυροζούμι που ειρωνικά αποκαλείτε «τσάι». Όπου μοναδική σου έγνοια είναι πάντα το ίδιο καθημερινό πρόβλημα, πώς, δηλαδή, θα πληρώσεις αύριο τον φούρναρη και μεθαύριο τον σπιτονοικοκύρη.

Γιατί άραγε, πρέπει να ζήσεις κι εσύ την ίδια ανυπόφορη ζωή που έζησαν επί τριάντα – σαράντα ολόκληρα χρόνια ο πατέρας κι η μάνα σου; Πρέπει να μοχθείς σ’ όλη σου την ζωή για να προσφέρεις σε άλλους όλες τις απολαύσεις μιας εύπορης ζωής, της γνώσης και της τέχνης, κρατώντας για τον εαυτό σου μόνο την μόνιμη αγωνία αν θα μπορέσεις να εξασφαλίσεις τα προς το ζην; Θα εγκαταλείψεις οριστικά ό,τι κάνει όμορφη την ζωή για ν αφοσιωθείς στο να παρέχεις κάθε πολυτέλεια σε μια χούφτα κηφήνων; Θα σπαταλήσεις την ζωή σου δουλεύοντας σκληρά με μοναδικό αντάλλαγμα προβλήματα, αν όχι δυστυχία, όταν έρθουν δύσκολοι καιροί;

Αυτό λοιπόν είναι το όνειρο της ζωής σου;

Πιθανόν να παραιτηθείς. Μη βλέποντας καμιά διέξοδο από την κατάσταση που βρίσκεσαι, ίσως πεις: «Ολόκληρες γενιές είχαν την ίδια μοίρα. Κι εγώ, που δεν μπορώ ν’ αλλάξω ουσιαστικά τίποτε, θα πρέπει επίσης να υποταχθώ. Ας δουλέψω, λοιπόν, κι ας προσπαθήσω να περάσω όσο καλύτερα μπορώ!».

Ας είναι… Σ’ αυτήν την περίπτωση θα αναλάβει να σε διδάξει η ίδια η ζωή. Μια μέρα θα έρθει μια κρίση από εκείνες που δεν αποτελούν απλώς παροδικά φαινόμενα όπως παλιά, μια κρίση που θα καταστρέψει ολόκληρη την βιομηχανία. Θα βυθίσει στην εξαθλίωση χιλιάδες εργάτες και θα διαλύσει ολόκληρες οικογένειες. Θα παλέψεις ενάντια στην συμφορά όπως και οι υπόλοιποι, σύντομα όμως θα δεις την γυναίκα σου, το παιδί σου, τον φίλο σου, να λυγίζουν σιγά-σιγά από τις στερήσεις και να σβήνουν μπροστά στα μάτια σου.

Λόγω της έλλειψης τροφής. φροντίδας και ιατρικής περίθαλψης, θα τελειώσουν την ζωή τους στο ξυλοκρέβατο της φτώχειας, ενώ για τους πλούσιους η ζωή θα κυλά ευτυχισμένα μέσα στους ηλιόλουστους δρόμους της μεγαλούπολης δίχως να κοιτά εκείνους που λιμοκτονούν και χάνονται. Τότε θα καταλάβεις πόσο απαίσια είναι αυτή η κοινωνία. Τότε θα συλλογιστείς τις αιτίες της κρίσης και σι έρευνές σου θα εισχωρήσουν στα βάθη εκείνης της αδικίας που αφήνει εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα στο έλεος της κτηνώδους απληστίας μιας χούφτας τεμπέληδων. Τότε θα καταλάβεις ότι έχουν δίκιο οι σοσιαλιστές όταν λένε πως η σημερινή κοινωνία μπορεί και πρέπει να αναδιοργανωθεί από την βάση προς τα πάνω.

Ας περάσουμε τώρα από την γενικότερη κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωσή σου. Μια μέρα θα διαμαρτυρηθείς όταν το αφεντικό σου θα επιχειρήσει με μια νέα μείωση του μεροκάματου να σου αφαιρέσει μερικά ακόμη κατοστάρικα για να αυξήσει ακόμη περισσότερο την περιουσία του. Εκείνος όμως θα σου απαντήσει υπεροπτικά: «Πήγαινε να βοσκήσεις. αφού δεν θες να δουλέψεις με τα λεφτά που σου δίνω». Τότε θα καταλάβεις ότι το αφεντικό σου, όχι μόνο προσπαθεί να σε κουρέψει σαν πρόβατο, αλλά κι ότι σε θεωρεί ταυτόχρονα ένα κατώτερο είδος ζώου. Ότι όχι μόνο δεν του αρκεί να σ’ έχει στο χέρι μέσω του συστήματος της μισθωτής εργασίας, αλλά και ότι ανυπομονεί να σε κάνει σκλάβο του από κάθε άποψη. Ίσως τότε να γονατίσεις μπροστά του, να χάσεις κάθε αίσθημα ανθρώπινης αξιοπρέπειας και να φθάσεις να δεχθείς τον όποιο εξευτελισμό. ‘Η θα σου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Θα ανατριχιάσεις συνειδητοποιώντας τον βδελυρό βόρβορο μέσα στον οποίο βουλιάζεις, θα του γυρίσεις την προσβολή, και μετά, τριγυρνώντας άνεργος στους δρόμους, θα καταλάβεις πόσο δίκιο έχουν οι σοσιαλιστές όταν λένε: «Εξέγερση! Ξεσηκωθείτε ενάντια στην οικονομική υποδούλωση!». Τότε θα έρθεις και θα πάρεις την θέση σου μέσα στις τάξεις των σοσιαλιστών, και θα παλέψεις μαζί τους για την ολοκληρωτική καταστροφή κάθε υποδούλωσης: οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής.

Κάποια μέρα θα ακούσεις και την ιστορία της κοπέλας που κάποτε σε μάγευε με την άδολη ματιά, το γοργό περπάτημα και την φλογερή φωνή της. Αφού αγωνίστηκε χρόνια ολόκληρα ενάντια στην εξαθλίωση, εγκατέλειψε το χωριό της και ήρθε στην πόλη. Ήξερε πως ο αγώνας της ζωής εκεί θα ήταν σκληρός, αλλά είχε τουλάχιστον την ελπίδα πως θα κέρδιζε τίμια το ψωμί της. Τώρα έμαθες για την τύχη της. Την ξεγέλασαν οι υποσχέσεις κάποιου νεαρού αστού, έπεσε στην παγίδα και του δόθηκε με όλο το πάθος της νιότης, για να την παρατήσει έναν μόλις χρόνο μετά, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά. Πάντα γενναία, δεν έπαψε να παλεύει ενάντια στην πείνα. Αλλά στην άνιση αυτή πάλη της κατά της αδικίας αρρώστησε βαριά η δύστυχη κοπέλα, ώσπου έσβησε τελικά μέσα σ’ ένα νοσοκομείο.

Εσύ τώρα τι κάνεις; ‘Η θα αποδιώξεις κάθε θλιβερή σκέψη, επαναλαμβάνοντας σαν ηλίθιος: «Ούτε η πρώτη είναι, ούτε η τελευταία» και κάποιο βράδυ θ’ ακουστείς, μαζί με άλλα κτήνη, να προσβάλεις στο καφενείο με πρόστυχες φράσεις την μνήμη της. ‘Η η θύμηση αυτή θα σου ραγίσει την καρδιά και θα προσπαθήσεις να βρεις τις αιτίες αυτών των πράξεων που γίνονται καθημερινά, και θα καταλάβεις ότι αυτές δεν θα πάψουν ποτέ όσο η κοινωνία παραμένει χωρισμένη σε δύο τάξεις, την τάξη των δυστυχισμένων και την τάξη των τεμπέληδων που ικανοποιούνται με γλυκόλογα και κτηνώδεις επιθυμίες. Θα καταλάβεις ότι ήρθε πια η ώρα να γεμίσει το χαντάκι που χωρίζει τα δύο στρατόπεδα, και θα τρέξεις να προσχωρήσεις στους σοσιαλιστές.

Κι εσείς, γυναίκες του λαού, θα μείνετε ψυχρές και αδιάφορες μετά απ’ αυτήν την ιστορία; Χαϊδεύοντας το ξανθό κεφαλάκι του παιδιού που κάθεται ζαρωμένο δίπλα σας, δεν θ’ αναλογιστείτε ποτέ την τύχη που το περιμένει αν δεν αλλάξει το σημερινό καθεστώς; Δεν Θα σκεφτείτε ποτέ το μέλλον των παιδιών σας: Θέλετε να φυτοζωούν κι αυτά όπως φυτοζωεί ο πατέρας τους, δίχως να έχουν άλλη έγνοια πέρα από το πώς θα κερδίσουν το ψωμί τους, δίχως άλλες απολαύσεις πέρα από εκείνες της ταβέρνας; Θέλετε ο άντρας σας, το παιδί σας, να βρίσκονται πάντα στο έλεος του πρώτου που έτυχε να κληρονομήσει από τον πατέρα του κεφάλαιο για εκμετάλλευση; Θέλετε να μείνουν παντοτινοί σκλάβοι του αφεντικού; να γίνονται στόχοι στα κανόνια των δυνατών, κοπριά για λίπασμα στα χωράφια των πλουσίων:

Όχι, χίλιες φορές όχι! Ξέρω πολύ καλά πως το αίμα σας έβραζε όταν ακούσατε ότι οι άντρες σας, αφού έκαναν μια πετυχημένη απεργία, αναγκάστηκαν τελικά να δεχτούν ταπεινωμένοι τους όρους που υπεροπτικά τους επέβαλαν οι χοντρομπαλάδες αστοί. Ξέρω πως θαυμάσατε τις Ισπανίδες εκείνες που πήγαν στην πρώτη γραμμή, προβάλλοντας τα στήθη τους στις ξιφολόγχες των στρατιωτών, όταν έγινε λαϊκή εξέγερση. Ξέρω πως αναφέρετε με σεβασμό το όνομα εκείνης της γυναίκας που φύτεψε μια σφαίρα στο στήθος του τυράννου που τόλμησε να βρίσει έναν φυλακισμένο σοσιαλιστή.

Αλλά και σήμερα ακόμη, πώς σπαρταρά η καρδιά σας όταν διαβάζετε ότι στο Παρίσι οι γυναίκες του λαού συγκεντρώνονταν, μέσα σε μια βροχή από σφαίρες, για να δώσουν κουράγιο στους άντρες τους. στους ηρωικούς αγώνες τους;

Το ξέρω! Και γι’ αυτό ακριβώς δεν αμφιβάλλω πως κι εσείς θα έρθετε να ενωθείτε μ’ εκείνους που παλεύουν για την κατάκτηση του μέλλοντος.

Όλοι εσείς, τίμιοι νέοι, άντρες και γυναίκες, χωρικοί, εργάτες, τεχνίτες και στρατιώτες, θα καταλάβετε τα δικαιώματά σας και θα έρθετε μαζί μας. Θα έρθετε να δουλέψετε μαζί με τ’ αδέλφια σας για να προετοιμάσετε την επανάσταση που θα εξαλείψει κάθε ίχνος σκλαβιάς, συντρίβοντας τα δεσμά. κόβοντας κάθε δεσμό με τις παλιές, τετριμμένες, παραδοσιακές αξίες και ανοίγοντας νέες προοπτικές για ολόκληρη την ανθρωπότητα για μια ευτυχισμένη ζωή η οποία θα θεμελιώσει στις ανθρώπινες κοινωνίες την αληθινή ελευθερία, την αληθινή ισότητα και την δίχως φθόνο αδελφοσύνη. Δουλέψτε μαζί με όλους, δουλέψτε για όλους για την πλήρη απόλαυση των καρπών της σας, την πλήρη ανάπτυξη όλων των ικανοτήτων σας, για μια ανθρώπινη κι ευτυχισμένη ζωή!

Μη δίνετε σημασία σε όποιον σας λέει ότι εμείς —μόνο μια χούφτα άνθρωποι— είμαστε πολύ αδύναμοι για να πετύχουμε τον υπέροχο σκοπό τον οποίο επιδιώκουμε. Υπολογίστε και θα δείτε πόσοι άνθρωποι υποφέρουν από αυτήν την αδικία. Εμείς oι χωρικοί, που δουλεύουμε για άλλους και μασουλάμε το άχυρο, ενώ το αφεντικό μας τρώει τον καρπό, εμείς μόνο, είμαστε εκατομμύρια ψυχές. Εμείς οι εργάτες που υφαίνουμε τα μετάξια και τα βελούδα για να μπορούμε να ντυνόμαστε με κουρέλια, κι εμείς είμαστε ένα τεράστιο πλήθος· κι όταν ο ήχος της σειρήνας του εργοστασίου μάς επιτρέπει ενός λεπτού ανάπαυλα, πλημμυρίζουμε τους δρόμους και τις πλατείες σαν την αγριεμένη θάλασσα. Εμείς οι στρατιώτες, που μας οδηγούν με διαταγές ή με την βία, εμείς που τρώμε τις σφαίρες για τις οποίες παίρνουν τα παράσημα και τις συντάξεις οι αξιωματικοί μας, εμείς, επίσης, τα δύστυχα πλάσματα, που μέχρι τώρα δεν έχουμε μάθει τίποτα καλύτερο από το να πυροβολούμε τ’ αδέλφια μας, και που δεν έχουμε παρά να κάνουμε μια απειλητική χειρονομία ενάντια σ’ αυτά τα ζαρωμένα και παρασημοφορημένα ανθρωπάκια, για να δούμε τα πρόσωπά τους ν’ ασπρίζουν σαν το πανί.

Ναι, όλοι μαζί εμείς που υποφέρουμε και δεχόμαστε καθημερινά προσβολές, αποτελούμε ένα τεράστιο πλήθος τού οποίου τον ακριβή αριθμό κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να υπολογίσει. Είμαστε ένας ωκεανός που μπορεί να σκεπάσει και να καταπιεί τα πάντα.

Όταν θα αποκτήσουμε την βούληση για να το κάνουμε, εκείνη ακριβώς την στιγμή θα έχει αποδοθεί δικαιοσύνη, εκείνη ακριβώς την στιγμή οι τύραννοι όλου του κόσμου θα έχουν ηττηθεί!

Αρχικη δημοσιευση: Κιχωτες του Ιδανικου

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Τσακίζουμε τους φασίστες ή «καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται»;

Posted in Φασισμος, News on Ιουνίου 24, 2012 by L' Assiette Au Beurre
Αν και λιγο καθυστερημενα σε σχεση με το γεγονος απο το οποιο παιρνει αφορμη το αρθρο, αποφασισα να αναδημοσιευσω αυτο το κειμενο του φιλου και συντροφου Αγγελου. Θεωρω πως, παρ’ολα αυτα, παραμενει επικαιρο και οπως φαινεται θα παραμεινει για πολυ καιρο ακομα, δεδομενης της εξαρσης των επιθεσεων των νεοναζι της Χρυσης Αυγης. Ιδιαιτερο ενδιαφερον κατα την γνωμη μου παρουσιαζει η κριτικη του στην κοινοβουλευτικη Αριστερα καθως και τα μεσα οργανωσης της παλης που προτεινει εναντιον και του φασισμου και του ιδιου του καπιταλισμου, σκεψεις με τις οποιες συμφωνω αλλωστε 100 %.
– L’ Assiette Au Beurre
του Άγγελου Α.

Σοκαρίστηκε ο πολιτικός κόσμος (και τα απαραίτητα συμπληρώματα της μεταδημοκρατίας, οι «επώνυμοι») από την επίθεση με νερό και χαστούκι στις υποψήφιες βουλευτίνες του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ αντίστοιχα, κυρίες Κανέλλη και Δούρου. Ξαφνικά ανακάλυψε όλο το φάσμα του πολιτικού προσωπικού ότι οι χρυσαυγίτες είναι νεοναζί, τραμπούκοι και μαφιόζοι. Όλα (σχεδόν) τα κόμματα πλειοδότησαν σε αντιφασισμό βγάζοντας σκληρές ανακοινώσεις εναντίον των νοσταλγών του Χίτλερ. Οι πιο σκληρές αντιδράσεις μάλιστα προήλθαν από αυτούς που λιγουρεύονται τη δεξαμενή ψηφοφόρων των αυγών, τον Πάνο Καμμένο και τον αντισημίτη θεωρητικό του ελληνικού ναζισμού και πρόσφατα προσχωρήσαντα στο ΛΑΟΣ, Κώστα Πλεύρη!
Για την άνοδο όμως των ναζιστών που έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο αλαζονίας (αποτέλεσμα της χρόνιας ασυλίας που έχουν από τους μπάτσους) που επιτίθενται πλέον σε ζωντανή σύνδεση, έχουν ευθύνες όλοι τους αν και σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως για να μην τσουβαλιάζουμε. Παρακάτω θα προσπαθήσω συνοπτικά και σίγουρα όχι συνολικά να εξηγήσω τί σημαίνει αυτό.

Ας πιάσουμε πρώτα την αριστερά που δέχθηκε σήμερα την επίθεση. Υποσχέθηκαν ότι δε θα ξαναστείλουν εκπροσώπους τους σε συζήτηση που θα παραβρίσκεται φασίστας. Λίγο αργά το θυμήθηκαν βέβαια, έπρεπε να αντιδράσουν μέρες πιο πριν όταν το υπεραντιδραστικό ΕΣΡ επέβαλε την παρουσία τους στις τηλεοπτικές προεκλογικές συζητήσεις. Δεν ήξεραν τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αριστεράς ότι ειδικά μετά τις εκλογές έχουν πληθύνει οι επιθεσεις με μαχαίρια και παλούκια στο Μετρό, στον ηλεκτρικό και στους δρόμους ενάντια σε μετανάστες και αγωνιστές; Δεν ήξεραν ότι υποψήφιος περιφερειάρχης των ναζί βρίσκεται στη φυλακή κατηγορούμενος για 2 φόνους για ξέπλυμα λογαριασμών; Δεν ήξεραν ότι ο εκπρόσωπος τύπου της συμμορίας είναι υπόδικος για επιθέσεις; Δεν ήξεραν τα μπραβιλίκια τους στον Αγ. Παντελεήμονα κι αλλού; Δεν ήξεραν τις προκλήσεις στη συγκέντρωση των απεργών δημοσιογράφων, την παρουσία τους ως φουσκωτοί ενάντια στους απεργούς του Flash και τόσα άλλα; Φυσικά και τα ήξεραν, αλλά είτε αμέλησαν είτε δε μπορούσαν να αντιδράσουν τότε.Χαρακτηριστικό της αφέλειας είναι οι δηλώσεις της Παπαρήγα πριν τις εκλογές της 6ης Μάη, όταν έλεγε χαριτολογώντας ότι δεν είναι κίνδυνος οι χρυσαυγίτες γιατί όταν μπουν στη βουλή θα φορέσουν κι αυτοί τις γραβάτες και θα αναγκαστούν να αμβλύνουν τις θέσεις τους. Σήμερα, μετά την επίθεση στην Κανέλη, η Παπαρήγα σε στιγμές αξεπέραστου κοινοβουλευτικού κρετινισμού δήλωσε ότι «η απάντηση δε μπορεί να είναι ούτε οδόντας αντί οδόντα (sic) ούτε κάποια πολιτική ρεβανσισμού, αλλά ο λαός πρέπει να δώσει την απάντησή του στις κάλπες». Δεν περιμέναμε βέβαια κάτι καλύτερο από ένα μηχανισμό που όλο το προηγούμενο διάστημα εξίσωνε την λαϊκή αντιβία με τον φασισμό και τους αναρχικούς με τους χρυσαυγίτες, ή από το μηχανισμό που δε φτάνει που καλοδέχτηκε τον ίδιο τον Κασιδιάρη στη Χαλυβουργία, δεν είχε το σθένος να παραδεχτεί το λάθος του αλλά λασπολόγησε με τον ίδιο τρόπο ξανά εναντίον αγωνιστών.
Όμως αν η αριστερά έχει κάνει λάθη επί λαθών στο ζήτημα του ναζισμού, τι να πούμε για τα δύο μέχρι πρότινος «κόμματα εξουσίας», το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ; Τί μπορεί να πει το ΠΑΣΟΚ του Λοβέρδου και του Χρυσοχοϊδη, των στρατοπέδων συγκέντρωσης των επιχειρήσεων – σκούπα και των υγειονομικών βομβών, το κόμμα που έκανε το ναζισμό κυβερνητική πολιτική; Τί μπορεί να πεί η ΝΔ που είχε ανοιχτές τις αγκάλες της για τον «ακτιβιστή της δεξιάς» Βορίδη και τη φασιστοπαρέα του από το ΛΑΟΣ, η ΝΔ του Σαμαρά που θα «κατεβάσει τις κουκούλες από τους κουκουλοφόρους και θα διώξει όλους τους λαθρομεταναστες»; Αυτοί που καλοδέχτηκαν τους φασίστες του ΛΑΟΣ να κυβερνήσουν μαζί τους; Όχι, δεν τρελάθηκαν ξαφνικά οι αστοί πολιτικοί. Απλά αποδεικνύται περίτρανα ότι ο ναζισμός ή όψεις του είναι εν δυνάμει στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου σε περιόδους κρίσης. Η άνευ προηγουμένου επίθεση στην εργασία, το πέταγμα στο περιθώριο τεράστιων κομματιών των προλετάριων (ντόπιων ή μεταναστών) μέσω της ανεργίας, η διάλυση κοινωνικών δομών υγείας, πρόνοιας και παιδείας, η αυστηροποίηση του νομικού πλαισίου για τις διαδηλώσεις και την «τρομοκρατία», ο αυταρχισμός των μπάτσων, η κλιμακούμενη ένταση της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, πάνε χέρι χέρι με την κατάσταση εξαίρεσης, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, και τα ναζιστικά τάγματα εφόδου να επιτίθενται στους μετανάστες, τους απεργούς, τους αναρχικούς και τους αριστερούς, δηλαδή στα πιο αδύναμα ή τα πιο μαχητικά κομμάτια της εργατικής τάξης. Ο κοινωνικός εκφασισμός είναι μια διαδικασία που έχει ξεκινήσει καιρό τώρα. Αυτό που μόλις σήμερα άρχισαν να ψυχανεμίζονται τα αστικά κόμματα είναι ότι αυτή η πολιτική μπορεί να γίνει τόσο ανεξέλεγκτη από αυτούς που στο τέλος να τους στοιχίσει το ίδιο τους το κεφάλι.
Αφήσαμε τελευταίο το νεοφιλελεύθερο μόρφωμα των Μάνου – Τζήμερου που  έδωσε για ακόμη μια φορά ρεσιτάλ ξεσπαθώνοντας για τη βία της αριστεράς και της δεξιάς βγάζοντας έτσι λάδι τους ναζί. Δεν είναι καθόλου περίεργη όμως αυτή η στάση για ένα σχηματισμό που προωθεί την καταναγκαστική εργασία των μεταναστών «για να λένε στους δικούς τους πόσο άσχημα περνούν στην Ελλάδα», και την πλήρη διάλυση του κοινωνικού ιστού και την ισοπέδωση της εργατικής τάξης προς όφελος της πιο μεγάλης κερδοφορίας του κεφαλαίου. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο το πρόγραμμα των νεοφιλελεύθερων, απηχώντας τις ανάγκες του πιο επιθετικού κομματιού του κεφαλαίου, δεν απέχει πολύ από τις επιδιώξεις και τους στόχους της χρυσής αυγής.
Τον τελευταίο καιρό έρχεται όλο και πιο επιτακτικά το ζήτημα του φασιστικού κινδύνου και οι τρόποι ανάσχεσής του. Αυτό το ζήτημα δε χωράει πλέον ούτε υποβάθμιση ούτε επιπολαιότητα. Οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι ο ναζισμός δεν είναι μόνο υπόθεση ενός καπρίτσιου κάποιων ψυχικά άρρωστων ατόμων, ούτε φαινόμενο που οφείλεται αποκλειστικά στο εθνικό φαντασιακό, αλλά ότι είναι επιλογή του κεφαλαίου ή τμήματος αυτού και τείνει να γίνει κρατική πολιτική, χρησιμοποιώντας για ακόμα μια φορά τους πούρους ναζιστές. Θα πρέπει ταυτόχρονα να οργανώσουμε τόσο την αυτοάμυνά μας απέναντι στη φασιστική επιθετικότητα, όσο και την επίθεση μας ενάντια στη βασική αιτία που γεννά το ναζισμό, τον καπιταλισμό. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, πρέπει να οργανωθούμε άμεσα σε όλα τα επίπεδα της αντιφασιστικής πάλης, από την πορεία μέχρι τις αντιφασιστικές ομάδες κρούσης. Σε αυτά υπάρχει πεδίο κοινής δράσης με την αριστερά, και αυτή η κοινή δράση θα πρέπει να επιδιωχτεί αρκεί κι η αριστερά να ξεπεράσει τα αναρχοφοβικά και συστημικά – πασιφιστικά της σύνδρομα. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν πρέπει να αφήσουμε εκλογικίστικες ή εξουσιαστικές τακτικές της ηγεσίας και των στελεχών της να μπούνε εμπόδιο στην κοινή δράση μας με τη βάση, ειδικά στο πεδίο της αντιφασιστικής πάλης. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, η ενίσχυση των σωματείων βάσης, των πρωτοβουλιών ανέργων, των αυτοδιαχειριστικών εγχειρημάτων και των συνελεύσεων γειτονιάς είναι μονόδρομος. Ταυτόχρονα με τη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης ενάντια στην εξαθλίωση, οι παραπάνω δομές πρέπει να πολλαπλασιαστούν στην κατεύθυνση όμως του συντονισμού τους, της εμβάθυνσης του πολιτικού τους περιεχομένου και της μετατροπής τους σε όργανα κοινωνικής κι εργατικής επαναστατικής αντιεξουσίας. Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση μπορεί να παίξει η ένωση των κοινωνικών αναρχικών σε μια ενιαία πολιτική οργάνωση ή ομοσπονδία. Η συζήτηση για την οργάνωση των αναρχικών έχει ανοίξει, στο χέρι μας είναι να την βαθαίνουμε και να περάσουμε στην πράξη.
Ας έχουμε πάντα στο μυαλό μας ότι ο δρόμος για την κοινωνική απελευθέρωση και αυτοδιεύθυνση περνάει ΚΑΙ πάνω από το πτώμα του φασισμού και του ναζισμού. Είναι ένας δύσκολος δρόμος που όμως έχουμε ανάγκη και αξίζει να τον διαβούμε.

Που πηγαν οι Αγανακτισμενοι?

Posted in Politics on Ιουνίου 18, 2012 by L' Assiette Au Beurre

Οι εθνικες εκλογες της 17ης Ιουνιου εληξαν. Τα αμεσα αποτελεσματα τους ειναι γνωστα τοις πασι, καποια αλλα μενει ακομα να τα δουμε. Γενικα δεν συνηθιζω να εκφραζω αποψη για το εκαστοτε γεγονος με καθυστερηση ενος χρονου. Καποια γεγονοτα ομως αποτελουν εξαιρεσεις κι αυτο οχι γιατι θελω να κουνησω αυταρεσκα το δαχτυλο σε ορισμενους φιλους και συντροφους και να τους πω «σου τα λεγα εγω» αλλα γιατι για να κατανοησει κανεις ορισμενα γεγονοτα – οπως αυτο της διαδικασιας των εκλογων – πρεπει παντα να εχει στο νου του οτι εκφραζουν συγκεκριμενα αποτελεσματα κοινωνικων διεργασιων που εχουν μια ιστορικη συνεχεια.

Υπαρχουν, λοιπον, ανθρωποι – λιγοι – που αναρωτιουνται με βαθυ προβληματισμο που πηγαν οι αγανακτισμενοι. Γιατι εξαφανιστηκαν απο το προσκηνιο τοσο ξαφνικα οσο εμφανιστηκαν; Που πηγε εκεινη η – κιβδηλη – ελπιδα που γεννησαν οι διαδηλωσεις των «πλατειων»;

Θα κανω μια αναλυση προσπαθωντας να δωσω απαντηση σε αυτα τα ερωτηματα και συγχρονως προσπαθωντας να ερμηνευσω τα αποτελεσματα των εθνικων εκλογων, καθως θεωρω οτι η ερμηνεια των τελευταιων και η απαντηση των πρωτων ταυτιζονται. Η αναλυση αυτη στηριζεται σε δυο μερη και θεωρω οτι η παρακατω «μεθοδολογια» ειναι αυτη που κανεις θα πρεπει να μεταχειριζεται οταν προσπαθει να αναλυσει ενα εκαστοτε φαινομενο στην πολιτικη επικαιροτητα. Το πρωτο μερος ειναι μια κοινωνικη αναλυση με ολα τα κοινωνικα χαρακτηρηστικα των αγανακτισμενων που μπορω εγω να εντοπισω, ενω το δευτερο αφορα την πολιτικη εκφραση τους.

Απο την αρχη της εμφανισης του, τον Μαη του 2011 το «κινημα» των αγανακτισμενων πολιτων αντλουσε κοσμο απο ολες τις οικονομικο-κοινωνικες ταξεις και τις διαστρωματωσεις τους (με εξαιρεση ισως την μεγαλο-αστικη), ιδιαιτερα οσο οι συγκεντρωσεις του «κινηματος» προχωρουσαν και καταφερναν να κατεβασουν ολο και περισσοτερο κοσμο στις πλατειες. Ομως παρ’ολη την διαταξικοτητα του οχλου τα χαρακτηριστικα που ηγεμονευσαν απο την αρχη των συγκεντρωσεων και γινονταν ολοενα και πιο αισθητα οσο τα ραντεβου των Κυριακων ανανεωνονταν ηταν ξεκαθαρα μικροαστικα. Αυτο εγινε προφανες πολυ γρηγορα στον λογο και στις πραξεις των αγανακτισμενων, τα οποια επηρεαστηκαν με οξυτατη ενταση απο τα ιδεολογηματα που παραδοσιακα βρισκουν ριζες σε αυτο το κοινωνικο στρωμα.

Τα ιδεολογηματα αυτα ηταν ποικιλα τοσο σε περιεχομενο (απο τα πιο «απολιτικ» μεχρι τα πιο «προωθημενα»), οσο και με τον τροπο που αυτα εκφραστηκαν. Ετσι πολυ γρηγορα ειδαμε την πλατεια συνταγματος να διαιρειται με την βοηθεια των καταλληλων πολιτικων χωρων σε δυο υποστρατοπεδα τα οποια συνυπηρχαν οχι παντα αρμονικα. Το «πανω» και το «κατω» συνταγμα.

Τα χαρακτηριστικα ιδεολογηματα των δυο αυτων στρατοπεδων παρεμειναν ξεκαθαρα μικροαστικα αλλα πλεον ο οξυμενος λογος τους, οι διαδικασιες, οι οροι υπαρξης τους μεσα στο ευρυτερο συνολο του αγανακτισμενου οχλου και σε τελευταια αναλυση οι ιδιες τους οι πραξεις προδιδαν οχι μονο τις πολιτικες δυναμεις που καμουφλαρισμενα προσπαθουσαν να δρασουν μεσα σε αυτα και να τα επηρεασουν αλλα και τις καταβολες της ιδιας της συνειδησης των ατομων που τα απαρτιζαν, καθως και σε ποιο «ακρο» αυτη ετεινε. Αυτα ολα αποδεικνυονται με μια απλη καταγραφη των αιτηματων/αποψεων/«προσωπικων ιδεολογιων» (οπως τοσο πολυ αρεσει στους μικροαστους να λενε αναφερομενοι στα ιδεολογηματα που τους εχει φυτεψει η αρχουσα μεγαλοαστικη ταξη και που αναπαραγουν με καθε πιθανο και απιθανο τροπο σε μια δεδομενη στιγμη) που εκαναν την εμφανιση τους στις συνελευσεις των αγανακτισμενων.

Ετσι λοιπον στην κατω πλατεια πολλες φορες ακουγαμε το αιτημα/αποψη για την διαλυση της βουλης και σχηματισμο μιας νεας Εθνοσυνελευσης – συντακτικης/νομοθετικης συνελευσης (μια και το προβλημα ειναι οι νομοι του κρατους). Πολυ συχνα θα γινομασταν μαρτυρες σε ενα καινουργιο ξεχαρβαλωμα της εννοιας της αμεσης δημοκρατιας (μια και εχουμε προβλημα δημοκρατιας και μονο και αφηνουμε στην ακρη το οικονομικο κομματι), θα παρακολουθουσαμε την αναγωγη των διαδικασιων της συνελευσης σε καφενειακους διαλογους, θα παρατηρουσαμε, παρ’ολο τον κατα τα αλλα κοινωνικο χαρακτηρα της διαδικασιας της συνελευσης, την παντελη ελλειψη του «κοινωνικα προσανατολισμενου εαυτου» του Μπουκτσιν ο οποιος εχει αντικατασταθει απο μια πρωτοτυπη προσπαθεια εξωστρεφης εκφρασης του ακρατου μικροαστικου ατομικισμου, κατι που φερνει περισσοτερο σε διαδικασια ψυχαναλυσης [1], καθως επισης θα βλεπαμε την αποθεωση του πασιφισμου σαν βασικο τροπο εκφρασης των οποιων πολιτικων αιτηματων με τον «ειρηνικο χαρακτηρα» της διαδηλωσης να εχει γινει βασικος ορος υπαρξης του «κινηματος».

Ταυτοχρονα ομως, οχι πολυ πιο μακρια, στην πανω πλευρα της πλατειας μπορουσε κανεις να ακουσει μια πολυ πιο «ακραια» συνθηματολογια («κλεφτες, προδοτες πολιτικοι», «να καει, να καει το μπουρδελο η βουλη», κ.λπ.), καθως και μια γενικοτερη οξυμενη πατριωτικη ρητορικη που στοχο ειχε, ειδικα οσο πληθαιναν οι συμμετεχοντες στο «κινημα» και ειδικοτερα στην «ανω πλατεια», να αναβαθμισει τον μικροαστικο πατριωτισμο σε ξεκαθαρο εθνικισμο. Το βασικα εργαλεια σε αυτην την προσπαθεια ηταν απο την μια το μεταναστευτικο που ηδη απο τοτε, λογω καπιταλιστικης κρισης ειχε αρχισει να γιγαντωνεται και να εντεινεται και απο την αλλη η αφηγηση του εθνους-κρατους με θεολογικους ορους.

Γιατι ομως το «κινημα» των αγανακτισμενων πηρε τα παραπανω μικροαστικα χαρακτηριστικα; Γιατι δεν μπορεσε να γινει ενα μαζικοτατο ταξικο εργατικο κινημα που θα μπορουσε να συγκρουστει με τους δικους του ορους με κρατος και κεφαλαιο, που θα μπορουσε εν τελει να δωσει μια πειστικη και αποτελεσματικη για τον ιδιο του τον εαυτο απαντηση στην σαρωτικη επιθεση που δεχεται;

Αυτα τα ερωτηματα θεωρω οτι πρεπει να απαντηθουν αν θελουμε να δωσουμε μια συνολικη απαντηση στο ζητημα και να εξαγουμε με καποια σχετικη ασφαλεια τα οποια πολιτικα συμπερασματα. Για να απαντηθουν ομως θα πρεπει κανεις να κοιταξει ακομα πιο πισω, εναν χρονο πριν την εμφανιση των αγανακτισμενων.

Ειναι 5η του Μαη του 2010 και εχει καλεστει 24ωρη απεργια μετα την ανακοινωση των μετρων του πρωτου μνημονιου. Ειναι η πρωτη φορα εδω και παρα πολλα χρονια που η εργατικη ταξη εχει δηλωσει τετοιο δυναμικο παρον στον δρομο. Πολλοι απο εμας βλεπαν το γεγονος αυτο σαν πιθανη προοπτικη μιας νεας παρουσιας του εργατικου κινηματος που θα μπορουσε να επηρεασει τα πραγματα σε επιπεδο κεντρικου πολιτικου σκηνικου. Δυστυχως η δολοφονια τριων ανθρωπων, εργαζομενων στην τραπεζα της Marfin εμελλε να αποδειξει το αντιθετο.

Μετα τα ντροπιαστικα γεγονοτα της Marfin το εργατικο κινημα υποχωρησε για αρκετο καιρο, τοσο αριθμητικα, οσο και απο αποψη δυναμικης. Η υποχωρηση αυτη της εργατικης ταξης αφησε ολο τον απαραιτητο χωρο στα συμπιεζομενα και προλεταριοποιημενα μικροαστικα στρωματα να ηγεμονευσουν υπερ της στις μελλοντικες πολιτικοκοινωνικες διεργασιες και αριθμητικα και κυριως πολιτικα.

Απο πλευρας των μικροαστων και μεγαλης μεριδας της εργατικης ταξης (παραδοσιακη βιομηχανικη εργατικη ταξη και αστικοποιημενη εργατικη αριστοκρατια) η απαξιωση των δυο βασικων αστικων κομματων και κυριως του ΠΑΣΟΚ ειχε προφανεις αιτιες. Το ΠΑΣΟΚ ειχε υπογραψει την δανειακη συμβαση που στα ματια του μικροαστου ηταν και εν πολλοις ακομα ειναι ο φορεας ολων των δεινων του, ολης της υποτιμησης της υπαρξης του [2]. Η Νεα Δημοκρατια στο μικροαστικο φαντασιακο ηταν αυτη που εστρωσε το εδαφος μεσω του πελατειακου κρατους, του ρουσφετιου και της γενικοτερης κακοδιαχειρησης για την προσφυγη στο ΔΝΤ. Ξεχναν βεβαια ολοι οι μικροαστοι τα οφελη που αποκομισαν απο αυτα ακριβως τα φαινομενα που οι ιδιοι ενισχυσαν. Τα δε κομματα της αριστερας ηταν παραδοσιακα για αυτους (με ορισμενες εξαιρεσεις) χωροι που δεν προσεγγιζαν ουτως η αλλως.

Απο πλευρας εργατικης ταξης η απαξιωση των κομματων της αριστερας ηρθε σταδιακα μετα απο δεκαετιες ηττας σε επιπεδο συνδικαλιστικο, σε επιπεδο κινηματος και σε επιπεδο κεντρικου πολιτικου σκηνικου. Η δε αναρχια απο το ’80 και μετα, με καποιες ελπιδοφορες εξαιρεσεις, δεν ειχε δειξει την πολιτικη ωριμοτητα και ετοιμοτητα που αυτη συνεπαγεται για οργανωση ενος συνδικαλιστικου κινηματος βασης που θα μπορεσει να παραξει μια πολιτικη αντιστασης.

Η παραπανω εξελιξη, δικαιολογημενη κι αν ηταν, ειχε αρνητικες επιπτωσεις αναφορικα με την αναπτυξη της ριζοσπαστικης σκεψης στην κοινωνια και δη στους εργαζομενους με βασικη την σταδιακη υποτιμηση των ιδεολογικο-πολιτικων και θεωρητικων της εργαλειων. Αυτη σε συνδυασμο με την επελαση της ΠΑΣΟΚικης σοσιαλδημοκρατιας του ’80 ειχε σαν αμεσο αποτελεσμα την προωθηση και τελικα την ηγεμονια αστικων-μικροαστικων ιδεολογηματων σε τεραστια κομματια μη-μικροαστικα.

Τελικα αυτο οδηγησε σε μια συλληβδην απαξιωση ολου του πολιτικου σκηνικου και ετσι ο καλυτερος πολιτικος εκφραστης, για τα δεδομενα του καλοκαιριου του 2011, των μικροαστικων στρωματων και μιας μεριδας της εργατικης ταξης ηταν η «πλατεια», αφου κανενα κομμα δεν μπορουσε να ενσωματωσει το πληθος των αγανακτισμενων.

Η τακτικη που ακολουθησαν σχετικα με την προσεγγιση των αγανακτισμενων κομματα της αριστερας (ΣΥΡΙΖΑ, εξωκοινοβουλιο), ορισμενες ομαδες που ανηκουν στον αναρχικο χωρο, καθως και ακροδεξια και φασιστικα μορφωματα (Χρυση Αυγη, ΛΑΟΣ) οδηγησαν τα μικροαστικα χαρακτηριστικα των αγανακτισμενων, σε συνδυασμο παντα με την επιδραση της βιαιης προλεταριοποιησης και συνολικης υποτιμησης της εργατικης δυναμης, σε μια οξυνση η οποια, το 2012 πλεον δεν γινοταν να εκφραστει με μια ακομα «πλατεια». Τα χαρακτηριστικα αυτα πλεον σχηματοποιηθηκαν πιο στερεα και πολιτικα και βρηκαν την εκφραση τους σε επωνυμους πολιτικους χωρους.

Τελικα, η ανοδος του νεοναζισμου (Χρυση Αυγη) και της ακροδεξιας (Καμμενος) απο την μια και του ΣΥΡΙΖΑ απο την αλλη ειναι το λογικο ακρο στο οποιο εφτασαν ολα τα μικροαστικα ιδεολογηματα υπο συνθηκες καπιταλιστικης κρισης (μαζικη και αποτομη υποτιμηση της εργατικης δυναμης,  βιαιη προλεταριοποιηση, εξαθλιωση).

Αυτη ειναι, θεωρω, η κοινη απαντηση στο ερωτημα που τεθηκε στον τιτλο και στο ερωτημα που αφορα την προελευση της ξαφνικης και αποτομης εκρηξης των ποσοστων του ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσης Αυγης. Αυτος, λοιπον, που αναρωτιεται ειτε το ενα ειτε το αλλο δεν εχει παρα να κοιταξει στον καθρεφτη και να ρωτησει τον εαυτο του τι θεση ειχε σε ολη αυτην την διαδικασια. Ηταν με την πλευρα των «γραφικων», των «κολλημενων», των «ψευτοεπαναστατων» που προειδοποιουσαν ηδη απο το καλοκαιρι του 2011 για την σημερινη εξελιξη; Η ηταν με αυτους που ξανα-ανακαλυψαν τον τροχο; Με αυτους που εβαζαν αφεντικο (εστω αυτο το αθλιο, μικρο αφεντικο) και υπαλληλο, εργοδοτη και εργαζομενο μαζι σε ενα κοινο πλαισιο μουτζας και ανεμιζουσας ελληνικης σημαιας;

Ο καθενας ας βρει το θαρρος να αντιμετωπισει τις ευθυνες των επιλογων του.

[1] Αλλωστε για τον ιδιο τον Μπουκτσιν «η ψυχαναλυση σε ολες τις εκφανσεις της καλλιεργει εναν εσωστρεφη «εαυτο» που γυρευει την αυτονομια σε μια εφησυχασμενη ψυχολογικη συνθηκη συναισθηματικης αυταρκειας.»

[2] Βεβαια οχι πολυ αργοτερα χωρες που δεν απευθυνθηκαν στο ΔΝΤ, δεν υπεγραψαν μνημονια, δανειακες συμβασεις, κ.λπ. πηραν ιδιας σκληροτητας μετρα εις βαρος των δικων τους εργαζομενων, πραγμα που για εναν λογικο ανθρωπο αποδομει το επιχειρημα οτι το μνημονιο η το ΔΝΤ ειναι καθαυτα υπευθυνα για την ραγδαια υποτιμηση της εργατικης δυναμης που βιωνει ο ελληνας εργαζομενος.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.